Ανκάλαγκον

Ο Ancalagon, γνωστός κι ως Ancalagon ο Μαύρος, ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους φτερωτούς Δράκους. Είχε ανατραφεί από τον Morgoth στην Πρώτη Εποχή και ήταν ο μεγαλύτερος και πιο δυνατός Δράκος που υπήρξε ποτέ στη Μέση-Γη. Το όνομα Ancalagon σημαίνει "Γρήγορα Σαγόνια" στη Sindarin.


Αφότου ο Εαρέντιλ έκανε το ταξίδι στο Βάλινορ για να παρακαλέσει τους Βάλαρ να βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον του Μόργκοθ και να σώσουν τα Ξωτικά και τους Εντάιν, ο Στρατός του Βάλινορ πολέμησε τον Μόργκοθ στον Πόλεμο της Οργής και διέλυσε τους στρατούς του. Αντιμετωπίζοντας την τελική ήττα, ο Μόργκοθ εξαπέλυσε το τελευταίο και σπουδαιότερό του όπλο: μια ομάδα φτερωτών Δράκων, με επικεφαλής τον Ανκάλαγκον τον Μαύρο. Οι Δράκοι κατέβηκαν μέσα σε μια θύελλα από βροντές, αστραπές και φωτιά, αναγκάζοντας τις δυνάμεις των Βάλαρ να οπισθοχωρήσουν. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Εαρέντιλ που ήταν στο πλοίο του, το Βίνγκιλοτ, συνοδευόμενος από τους Αετούς του Μάνγουε, με επικεφαλής τον Θορόντορ. Η μάχη στον αέρα κράτησε μια μέρα και μια νύχτα. Πριν από την αυγή, ο Εαρέντιλ σκότωσε τον Ανκάλαγκον και το σώμα του Δράκου έπεσε από τον ουρανό καταστρέφοντας τους πύργους των Θανγκορόντριμ πάνω από την Άνγκμπαντ. Ο θάνατος του Ανκάλαγκον σήμανε τον θάνατο των περισσότερων Δράκων, καθώς και την ήττα του Μόργκοθ.

Χάλεθ

H Haleth η Κυνηγός ήταν η κόρη του Haldad, του αρχηγού των Haladin (ένας από τους τρείς Οίκους των Edain), και η δίδυμη αδελφή του Haldar. Όταν έφτασε η ώρα πήρε τη θέση του πατέρα της κι έγινε η ηγέτης των Haladin. Το όνομα Haleth δεν έχει καμία γνωστή σημασία.


Το 375 της Πρώτης Εποχής, οι Χαλάντιν διέσχισαν τα Γαλάζια Βουνά κι εγκαταστάθηκαν στο Θαργκέλιον, τη γη του Ξωτικού Πρίγκηπα Καράνθιρ, στο Ανατολικό Μπελέριαντ. Αφότου ο πατέρας της κι ο δίδυμος αδελφός της, ο Χάλνταρ, σκοτώθηκαν σε μια επιδρομή των Ορκς, η Χάλεθ έγινε η αρχηγός του Οίκου. Κράτησε τους ανθρώπους της ζωντανούς για επτά ημέρες, έως ότου ο Καράνθιρ κατέφτασε με ενισχύσεις κι έδιωξαν τα Ορκς. Εντυπωσιασμένος ο Καράνθιρ από την γενναιότητά της, έκανε την μεγάλη τιμή στην Χάλεθ να προσφέρει στους ανθρώπους της γη στο βορρά, υπό την προστασία των Έλνταρ. Η ίδια, ωστόσο, από περηφάνια κι από επιθυμία να παραμείνει ανεξάρτητη, απέρριψε τη γενναιόδωρη προσφορά και, συγκεντρώνοντας ό,τι απέμεινε από τον λαό της μετά την πολιορκία των Ορκς, τους οδήγησε στο Έστολαντ.

Θορόντορ

Ο Thorondor, ο Άρχοντας των Αετών στην ηρωική Πρώτη Εποχή, ήταν ο μεγαλύτερος των αετών του Manwë, του Βασιλιά των Valar. Thorondor σημαίνει "Βασιλιάς των Αετών" στη Sindarin, ενώ ονομαζόταν επίσης Sorontar, το οποίο ήταν η μετάφραση το ονόματός του στην Quenya.

 
Ο Θορόντορ στάλθηκε από τον Μάνγουε, τον Βασιλιά των Βάλαρ, για να προσέχει τους Νόλντορ μετά την άφιξή τους στο Μπελέριαντ. Οι Έλνταρ τον συνάντησαν για πρώτη φορά όταν εκείνος βοήθησε τον Φίνγκον να σώσει τον Μαέδρος από την φυλακή των Θανγκορόντριμ,
όπου για ένα διάστημα ο Βασιλιάς των Αετών έμενε στην κορυφή τους. Μετά από αυτό, ο Θορόντορ και οι υπόλοιποι αετοί εγκαταστάθηκαν στα Κρισσαέγκριμ, μέρος των Εκόριαθ γύρω από την Γκοντόλιν. Όταν χτίστηκε η Γκοντόλιν, ο Θορόντορ έγινε ο άγρυπνος φρουρός της πόλης. Έγινε φίλος του Τούργκον, φέρνοντάς του νέα και κρατώντας τους κατασκόπους μακριά από τα Βουνά και τα σύνορα. Όταν η Γκοντόλιν έπεσε, οι Αετοί του Θορόντορ προστάτευσαν τους πρόσφυγες, οδηγώντας μακριά τα Όρκς που τους είχαν στήσει ενέδρα στο Κίριθ Θόροναθ, τη Σχισμή των Αετών, βόρεια της Γκοντόλιν.

Το Περιδέραιο του Γκίριον

Το Περιδέραιο του Girion ήταν ένα κόσμημα αποτελούμενο από πεντακόσια σμαράγδια, 
το οποίο ανήκε αρχικά στον Girion, τον Άρχοντα του Dale.

 
Πριν από την έλευση του Δράκου Νοσφιστή, ο Γκίριον είχε διαπραγματευτεί το περιδέραιο με τους Νάνους του Έρεμπορ, για να πάρει ως αντάλλαγμα ένα θώρακα από καθαρό ασήμι που ήταν τρεις φορές ισχυρότερος από το ατσάλι. Η ανταλλαγή έγινε κι ο θώρακας δόθηκε στον γιο του Γκίριον. Το 2770 της Τρίτης Εποχής, ο Νοσφιστής επιτέθηκε τόσο στο Ντέηλ όσο και στο Βασίλειο Κάτω από το Βουνό, έτσι το περιδέραιο έγινε μέρος του θησαυρού του Νοσφιστή, αφότου κατέλαβε το Έρεμπορ.