Φέανορ

O Fëanor ήταν ο μεγαλύτερος και πιο αγαπημένος γιος του Finwë και ετεροθαλής αδερφός του Fingolfin και του Finarfin. Ήταν ο μεγαλύτερος των Noldor και αρχηγός της ανταρσίας τους. Είχε τη μεγαλύτερη ικανότητα με τον λόγο και τα χέρια, ήταν φημισμένος τεχνίτης, κατασκευαστής κοσμημάτων και πολεμιστής. Το πιο διάσημο έργο του ήταν τα Silmarils, ενώ δημιούργησε επίσης τα palantíri και εφηύρε την ευρέως χρησιμοποιούμενη γραφή Fëanorian (Tengwar). Σκοτώθηκε στη Mithrim στη Dagor-nuin-Giliath. Το αρχικό  όνομά του ήταν Curufinwe (curu = δεξιοσύνη, "Επιδέξιος Γιος του Finwë"). Έδωσε αυτό το όνομα στον πέμπτο γιο του, τον Curufin, ο ίδιος όμως γνωριζόταν πάντα από το όνομα που του είχε δώσει η μητέρα του, Fëanáro, που σημαίνει "Πνεύμα της Φωτιάς" στην Quenya (fea=πνεύμα, nar=φωτιά). Το Fëanor είναι η Sindarin εκδοχή του Fëanáro, ωστόσο, η σωστή μορφή του ονόματος στη Sindarin ήταν Faenor. Το παθιασμένο μίσος του για τον Morgoth και ο τρομερός Όρκος του, οδήγησαν άμεσα στους μεγάλους θριάμβους αλλά και στις μεγαλύτερες τραγωδίες της Πρώτης Εποχής.


Γεννημένος το 1169 των Χρόνων των Δέντρων, ο Curufinwë Fëanáro (όπως ήταν το αρχικό του όνομα στην Quenya) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Φίνγουε, του βασιλιά των Νόλντορ, και της πρώτης συζύγου του, Μίριελ Σέριντε. Όταν γεννήθηκε, τράβηξε πολλή από την ενέργεια της μητέρας του, ώστε η ίδια έχασε την δύναμη και την όρεξή της για ζωή και αναχώρησε για το Λόριεν, όπου άφησε οικειοθελώς την υλική μορφή της και πέθανε. Ο Φίνγουε ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε δύο γιους, τους ετεροθαλείς αδελφούς του Φέανορ, τον Φινγκόλφιν και τον Φινάρφιν, καθώς και δύο κόρες, τη Φίντις και την Ίριμε. Οι ικανότητες του Φέανορ αναπτύσσονταν και εκτός από έμπειρος μεταλλουργός, ήταν και άριστος γλωσσολόγος. Το 1250 επινόησε το σύστημα γραφής Τengwar, βελτιώνοντας το έργο του Ρούμιλ. Στη συνέχεια το μυαλό του στράφηκε στη μελέτη των πολύτιμων λίθων. Νέος ακόμα, ο Φέανορ, παντρεύτηκε τη Νέρντανελ, την κόρη του Μάχταν, και μαζί έκαναν επτά γιους: τους Μαέδρος, Μάγκλορ, Κέλεγκορμ, Καράνθιρ, Κουρούφιν, Άμροντ και Άμρας.

Το 1400, ο Μέλκορ, ο ισχυρότερος των Βάλαρ και πηγή του κακού, εξαπάτησε τους Βάλαρ και εκείνοι νόμιζαν ότι είχε μετανοήσει για το κακό που είχε κάνει. Του δόθηκε χάρη και κατοίκησε στο Βάλινορ, όπου θέλησε να διαφθείρει στα κρυφά τους Νόλντορ και το πέτυχε, ιδιαίτερα με τον Φέανορ, αλλά εκείνος δεν εμπιστεύονταν καθόλου τον Μέλκορ. Ο Φέανορ, ξεκινώντας το 1449 και τελειώνοντας το 1450, κατάφερε να ολοκληρώσει το μεγαλύτερο από τα επιτεύγματά του: να παγιδέψει το φως των Δύο Δέντρων μέσα σε τρία πανέμορφα πετράδια, τα Σίλμαριλς, τα οποία είναι γνωστά επίσης και ως Μεγάλα Κοσμήματα. Έβαζε τα Σίλμαριλς πάνω από οτιδήποτε άλλο, και έγινε απίστευτα καχύποπτος με τους Βάλαρ και τους άλλους Έλνταρ, στη σκέψη και μόνο ότι μπορεί να τα επιθυμούσαν. 

Η Διαμάχη με τον Φινγκόλφιν

Ο Μέλκορ επιθυμούσε σε μεγάλο βαθμό τα Σίλμαριλς και το μίσος του για τον Φέανορ ολοένα και μεγάλωνε, αλλά οι Βάλαρ ακόμα δεν γνώριζαν τις πραγματικές προθέσεις του Μέλκορ. Ο Μέλκορ χρησιμοποίησε την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία και την υπερηφάνεια του Φέανορ για να τον πείσει ότι ο ετεροθαλής αδελφος του, ο Φινγκόλφιν, όχι μόνο σχεδίαζε να σφετεριστεί τη θέση του στο θρόνο ως κληρονόμος του Φίνγουε, αλλά και να πάρει επίσης τα Σίλμαριλς για τον εαυτό του. Τότε οι Νόλντορ άρχισαν να σφυρηλατούν όπλα, τα οποία εκείνη τη δεδομένη στιγμή δεν είχε άλλος Έλνταρ στο Βάλινορ. Η εχθρότητα του Φέανορ έφτασε σε τέτοιο σημείο όπου, το 1490, απείλησε τη ζωή του Φινγκόλφιν. Για το λόγο αυτό, οι Βάλαρ τον εξόρισαν στο Φόρμενος. Πήρε σημαντικούς θησαυρούς μαζί του, μαζί και τα Σίλμαριλς, τα οποία τα κλείδωσε μέσα σε ένα κουτί. Ως ένδειξη υποστήριξης για τον πρωτότοκο γιο του, ο Φίνγουε αποσύρθηκε και αυτός στο Φόρμενος.

Οι Βάλαρ συνειδητοποίησαν ότι πίσω από τις πράξεις του Φέανορ κρυβόταν ο Μέλκορ. Έστειλαν τον Τούλκας να τον φυλακίσει και πάλι, αλλά δεν μπορούσε να τον βρει. Ο Μέλκορ δεν είχε φανεί για πολύ καιρό, ώσπου το 1492, εμφανίστηκε ξαφνικά στο Φόρμενος. Δεδομένου ότι με την απουσία του Φίνγουε και του Φέανορ, ο Φινγκόλφιν είχε γίνει βασιλιάς, τα ψέματα του Μέλκορ φάνηκε  να αληθεύουν. Ο Μέλκορ προσπάθησε και πάλι να χειραγωγήσει τον Φέανορ, αλλά το τράβηξε πολύ, έτσι ώστε ο Φέανορ συνειδητοποίησε ότι ο πραγματικός στόχος του Μέλκορ ήταν να αποκτήσει τα Σίλμαριλς. Του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα και ο Μέλκορ έφυγε εξοργισμένος. Όταν οι Βάλαρ έμαθαν για το περιστατικό συνέχισαν το κυνήγι, αλλά ήταν φανερό ότι ο Μέλκορ είχε φύγει από το Βάλινορ
 
Η Κλοπή των Σίλμαριλς

Το 1495 οι Βάλαρ επεδίωξαν να συμφιλιώσουν τον Φέανορ και τον Φινγκόλφιν, αλλά και να εξομαλύνουν την έχθρα μεταξύ των Νόλντορ και των Βάλαρ, και έτσι τους κάλεσαν στο Βάλινορ για να κάνουν ειρήνη. Ο Φινγκόλφιν έδωσε το χέρι στον ετεροθαλή αδελφό του, αναγνωρίζοντας τη θέση του Φέανορ ως μεγαλύτερου, και εκείνος αποδέχθηκε απρόθυμα. Εν τω μεταξύ, ο Μέλκορ είχε πάει στην ομιχλιασμένη κοιλάδα του Άβαθαρ, στα νότια του Άμαν, για να βρει την Ουνγκόλιαντ, ένα μυστηριώδες κακό πνεύμα με τη μορφή αράχνης. Η Ουνγκόλιαντ βοήθησε τον Μέλκορ να καταστρέψει τα Δύο Δέντρα, φέρνοντας το σκοτάδι στο Βάλινορ.

Η Γιαβάννα εξέτασε τα Δύο Δέντρα και είδε ότι δεν είχανε ζωή. Το φως των Δέντρων που είχε επιζήσει βρισκόταν μόνο μέσα στα Σίλμαριλς και, είπε ότι, μόνο με τη δύναμή τους θα μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή τα Δύο Δέντρα. Τότε ο Μάνγουε ζήτησε από τον Φέανορ να παραδώσει τα Σίλμαριλς για αυτόν ακριβώς το σκοπό, αλλά εκείνος δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν θα έδινε ποτέ τα Σίλμαριλς με τη θέλησή του, και ότι αν οι Βάλαρ τον ανάγκαζαν, τότε δεν θα διέφεραν ούτε θα ήταν καλύτεροι από τον Μέλκορ. Μετά από αυτό έφτασαν αγγελιαφόροι και ανέφεραν την επιδρομή στο Φόρμενος. Σύμφωνα με τους αγγελιαφόρους, ο Μέλκορ, περικυκλωμένος από μια αδιαπέραστη μαύρη ομίχλη, πήγε στο θησαυροφυλάκιο του Φέανορ στο Φόρμενος. Ο Βασιλιάς Φίνγουε πολέμησε και νικήθηκε από τον Μέλκορ, και έγινε ο πρώτος που σκοτώθηκε στο Βάλινορ. Ο Μέλκορ λεηλάτησε το θησαυροφυλάκιο, παίρνοντας πολλά πολύτιμα κοσμήματα, συμπεριλαμβανομένων και των Σίλμαριλς. Αυτός και η Ουνγκόλιαντ έφυγαν και αφού διέσχισαν το παγωμένο Χελκαράξε στο βορρά, έφτασαν στο Μπελέριαντ στη Μέση-Γη.

Η Αδελφοκτονία

Οι Βάλαρ και οι Έλνταρ πλέον κατανοούσαν πλήρως το μέγεθος της προδοσίας του Μέλκορ. Ο Φέανορ, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του πατέρα του και την κλοπή των αγαπημένων του Σίλμαριλς, καταράστηκε τον Μέλκορ και τον ονόμασε Μόργκοθ, Μαύρο Εχθρό. Διεκδικώντας τη βασιλεία των Νόλντορ, ο Φέανορ έβγαλε ένα παθιασμένο λόγο, στον οποίο προσπάθησε να συσπειρώσει τους Νόλντορ εναντίον του Σκοτεινού Άρχοντα, και κατηγόρησε επίσης τους Βάλαρ για τις πράξεις του Μόργκοθ. Είπε επίσης ότι επειδή οι Βάλαρ τους είχαν εγκαταλείψει, οι Νόλντορ θα έπρεπε να τον ακολουθήσουν στη Μέση-Γη για να πολεμήσουν τον Μόργκοθ, και κατάφερε να πείσει τους περισσότερους. Ο Φέανορ στη συνέχεια έδωσε τον τρομερό Όρκο του Φέανορ, τον οποίο έδωσαν και οι επτά γιοί του, κατά τον οποίο θα πολεμούσαν οτιδήποτε και οποιονδήποτε - είτε ήταν Ξωτικό, Άνθρωπος, Μάια ή Βάλα - παρακρατούσε τα Σίλμαριλς, επικαλούμενος ακόμη και τον ίδιο τον Ιλούβαταρ ως μάρτυρα. Αυτός ο Όρκος οδήγησε σε μεγάλες συγκρούσεις και αργότερα προκάλεσε μεγάλη τραγωδία μεταξύ των επτά γιων του.

Ο Φέανορ μπορεί να διεκδίκησε την βασιλεία των Νόλντορ, αλλά ο Φινγκόλφιν είχε περισσότερους υποστηρικτές, έτσι ώστε οι Νόλντορ χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Ο Φέανορ και οι οπαδοί του ξεκίνησαν πρώτοι, ενώ ο Φινγκόλφιν με τους περισσότερους ακόλουθους ήρθαν από πίσω. Αναζητώντας έναν τρόπο για να φτάσει στη Μέση-Γη, ο Φέανορ πήγε στο Αλκουαλόντε όπου ζούσαν οι ναυτικοί Τελέρι, και απαίτησε τη χρήση των πλοίων τους. Όταν εκείνοι αρνήθηκαν να δώσουν ή να δανείσουν τα σκάφη τους, ο Φέανορ διέταξε τους Νόλντορ να πάρουν τα πλοία. Οι Τελέρι αντιστάθηκαν και ξέσπασε μάχη, κατά την οποία πολλοί από τους Τελέρι σφαγιάστηκαν, καθότι ήταν οπλισμένοι μόνο με τόξα για κυνήγι, σε αντίθεση με τους πάνοπλους Νόλντορ. Ο Φίνγκον και η εμπροσθοφυλακή της δεύτερης ομάδας έφτασαν στο Αλκουαλόντε στη μέση της μάχης και - μην ξέροντας τι είχε συμβεί - μερικοί από αυτούς πήραν μέρος στην Αδελφοκτονία. Δεν είναι σαφές αν ο ίδιος ο Φινγκόλφιν συμμετείχε. Ο Φινάρφιν και τα παιδιά του και πολλοί άλλοι ήταν πίσω στο τέλος της δεύτερης ομάδας και δεν συμμετείχαν. Το 1496, ο Μάντος εμφανίστηκε ενώπιον των Νόλντορ και τους προειδοποίησε ότι αν συνέχιζαν θα έπρεπε να εξοριστούν από τους Αθάνατους Τόπους και θα αντιμετώπιζαν τον πόνο και την προδοσία. Ο Φινάρφιν, ο τρίτος γιος του Φίνγουε, γύρισε πίσω, μαζί με πολλούς από τους δικούς του και έγινε ο ηγέτης των Νόλντορ που παρέμειναν στο Βάλινορ. Αλλά ο Φινγκόλφιν ένιωθε αναγκασμένος να ακολουθήσει τον Φέανορ, και μερικοί από τους δικούς του αισθάνθηκαν ένοχοι για το ρόλο τους στην Αδελφοκτονία και δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν την κρίση των Βάλαρ. Όλοι οι Νόλντορ που συνέχισαν από εκεί και μετά βρέθηκαν κάτω από τη Μοίρα του Μάντος ακόμη και αν ήταν αθώοι. Σε μετάνοια αυτής της πράξης, ο Φινάρφινπήρε το στρατό του και γύρισε πίσω. 

Εξόριστος στη Μέση-Γη

Ο Φέανορ οδήγησε τους Νόλντορ βόρεια και το 1497 έφτασαν στο Χελκαράξε και σταμάτησαν. Δεν υπήρχαν αρκετά πλοία για τη μεταφορά όλων των Νόλντορ πέρα ​​από τη θάλασσα, έτσι ο Φέανορ και οι γιοι του οδήγησαν την πρώτη ομάδα. Μετά την άφιξή τους στο Λόσγκαρ, στη γη του Λάμμοθ, στη μακρινή δύση του Μπελέριαντ, εκεί από όπου είχαν περάσει ο Μόργκοθ και η Ουνγκόλιαντ, ο Φέανορ αποφάσισε να κάψει τα πλοία και να αφήσει την ομάδα του Φινγκόλφιν πίσω. Ωστόσο, ο Φέανορ άφησε κατά λάθος το γιο του Άμρας στα πλοία και κάηκε ζωντανός. Οι υπόλοιποι Νόλντορ είδαν τις φλόγες και αντιλήφθηκαν ότι, εάν ήθελαν να φθάσουν στη Μέση-Γη, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να διασχίσουν το παγωμένο Χελκαράξε. Αυτό έκαναν τελικά υπό την ηγεσία του Φινγκόλφιν, και υπέστησαν βαριές απώλειες κατά τη διάρκεια.

Μαθαίνοντας για την άφιξη των Νόλντορ, ο Μόργκοθ κάλεσε τα στρατεύματά του από το φρούριο της Άνγκμπαντ και επιτέθηκαν στο στρατόπεδο του Φέανορ στο Μίθριμ. Αυτή η μάχη ονομάστηκε Dagor-nuin-Giliath ("Η Μάχη κάτω από τα Άστρα"), διότι ο ήλιος και το φεγγάρι δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί. Οι Νόλντορ κατάφεραν να κερδίσουν τη μάχη και να διασκορπίσουν τον στρατό του Μόργκοθ. Ο Φέανορ, εξαιρετικά οργισμένος, καταδίωξε απερίσκεπτα τον Εχθρό μαζί με τους γιούς του πίσω στην Άνγκμπαντ, όπου έπεσε σε ενέδρα των Μπάλρογκς. Πάλεψε δυνατά και παρόλο που τραυματίστηκε σοβαρά από τον Γκόθμογκ, τον άρχοντα των Μπάλρογκς, εξακολουθούσε να χτυπάει τον εχθρό, ώσπου ήρθαν οι γιοι του με μεγάλη δύναμη και κατάφεραν να οδηγήσουν τους Μπάλρογκς μακριά. Ο Φέανορ, καθώς τον μετέφεραν έξω από το πεδίο της μάχης, ήξερε ότι οι πληγές του ήταν θανατηφόρες. Τον πήγαν στις πλαγιές του Έρεντ Γουέθριν από όπου μπόρεσε να δει από μακριά τις κορυφές των Θανγκορόντριμ και αναθεμάτισε την Άνγκμπαντ τρεις φορές. Πριν πεθάνει, ο Φέανορ έβαλε τους γιους του να υποσχεθούν ότι θα τηρήσουν τον Όρκο τους για την ανάκτηση των Σίλμαριλς, ο οποίος θα καθορίσει πολλά από τα γεγονότα της Μέσης-Γης κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής. Τη στιγμή του θανάτου του, το πέρασμα του φλογερού του πνεύματος έκανε το σώμα του στάχτη. Ήταν ο μόνος που είχε πεθάνει με αυτόν τον τρόπο, διότι κανείς θάνατος σαν τον δικό του δεν είχε φανεί ή ακουστεί ποτέ. Το πνεύμα του Φέανορ παρέμεινε στις Αίθουσες του Μάντος και δεν μετενσαρκώθηκε στο Βάλινορ. Λέγεται ότι ο ίδιος θα επιστρέψει μόνο για την Dagor Dagorath, την Τελική Μάχη, όπου θα πάρει τελικά πίσω τα αγαπημένα του Σίλμαριλς, τα οποία στη συνέχεια θα παραδώσει στη Γιαβάννα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: