Ο Λύκος από το Βάλινορ

Ο Χούαν ήταν αυτός που βρήκε τη Λούθιεν. Έτρεχε σαν σκιά που την πρόλαβε το φώς της μέρας κάτω από τα δέντρα, την ώρα που ο Κέλεγκορμ και ο Κουρούφιν ξεκουράζονταν για λίγο κοντά στις δυτικές παρυφές του Ντόριαθ. Τίποτα δεν ξέφευγε από την όραση και την ακοή του Χούαν, ούτε καμιά μαγεία δεν μπορούσε να τον εμποδίσει. Και δεν κοιμόταν ποτέ ούτε μέρα ούτε νύχτα. Την έφερε στον Κέλεγκορμ, και η Λούθιεν, μαθαίνοντας ότι ήταν πρίγκιπας των Νόλντορ και εχθρός του Μόργκοθ, χάρηκε και δήλωσε ποιά ήταν πετώντας το μανδύα της. Τόσο μεγάλη και ξαφνική φάνηκε η ομορφιά της που ο Κέλεγκορμ την ερωτεύτηκε. Της μίλησε όμως με όμορφα λόγια και της υποσχέθηκε ότι θα βρεί βοήθεια στην ανάγκη της αν γύριζε τώρα μαζί του στη Νάργκοθροντ. Καθόλου δεν άφησε να φανεί ότι ήξερε κιόλας για τον Μπέρεν και την αποστολή του, για τα οποία του μίλησε, ούτε ότι η υπόθεση τον άγγιζε άμεσα.


 

Έτσι άφησαν το κυνήγι στη μέση και γύρισαν πίσω στη Νάργκοθροντ και πρόδωσαν τη Λούθιεν. Γιατί τη διπλοκλείδωσαν και της πήραν το μανδύα και δεν την άφηναν να βγεί από τις πύλες ή να μιλήσει σε κανέναν εκτός από τα αδέλφια, τον Κέλεγκορμ και τον Κουρούφιν. Γιατί τώρα, πιστεύοντας πως ο Μπέρεν και ο Φέλαγκουντ ήταν φυλακισμένοι χωρίς ελπίδα βοήθειας, σκόπευαν να αφήσουν το βασιλιά να χαθεί και να κρατήσουν τη Λούθιεν και να αναγκάσουν τον Θίνγκολ να δώσει το χέρι της στον Κέλεγκορμ. Έτσι θα προωθούσαν τη δύναμή τους και θα γίνονταν οι πιο ισχυροί πρίγκιπες των Νόλντορ. Και δε σκόπευαν να αναζητήσουν τα Σίλμαριλς ούτε με τεχνάσματα ούτε με πόλεμο, ούτε σκόπευαν να αφήσουν να το κάνουν άλλοι ώσπου να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη των Ξωτικο-βασιλείων στα χέρια τους. Ο Ορόντεθ δεν είχε δύναμη να τους αντισταθεί, γιατί είχαν πάρει με το μέρος τους το λαό της Νάργκοθροντ. Ο Κέλεγκορμ έστειλε μάλιστα αγγελιαφόρους στον Θίνγκολ ζητώντας τη Λούθιεν.

 

Ο Χούαν, όμως, ο λύκος είχε αληθινή καρδιά και είχε αγαπήσει τη Λούθιεν από την πρώτη ώρα που συναντήθηκαν και λυπόταν για την αιχμαλωσία της. Γι'αυτό ερχόταν συχνά στο δωμάτιο της και τη νύχτα ξάπλωνε μπροστά στην πόρτα της, γιατί ένιωθε πως είχε έρθει κακό στη Νάργκοθροντ. Η Λούθιεν κουβέντιαζε συχνά στον Χούαν μες στη μοναξιά της μιλώντας του για τον Μπέρεν, που ήταν ο φίλος όλων των πουλιών και των ζώων που δεν υπηρετούσαν τον Μόργκοθ και ο Χούαν τα καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε. Γιατί καταλάβαινε τη γλώσσα όλων των πλασμάτων που είχαν φωνή. Αλλά είχε άδεια να μιλήσει παρά μόνο τρείς φορές πριν τον θάνατο του.

 

Ο Χούαν, λοιπον, επινόησε ένα σχέδιο για να βοηθήσει τη Λούθιεν. Κι ένα βράδυ ήρθε φέρνοντας της το μανδύα της και μίλησε για πρώτη φορά δίνοντάς της συμβουλές. Ύστερα την οδήγησε από κρυφά περάσματα έξω απ΄τη Νάργκοθροντ και έφυγαν μαζί κατά το βορρά. Και ταπείνωσε την περηφάνεια του και δέχτηκε να τον καβαλήσει σαν άλογο, όπως έκαναν οι Όρκ πάνω σε μεγάλους δαίμονες-λύκους. Έτσι ταξίδευαν με μεγάλη ταχύτητα γιατί ο Χούαν ήταν γρήγορος και ακούραστος.

 

 

Ο Μπέρεν και ο Φέλαγκουντ βρίσκονταν στα μπουντρούμια του Σάουρον και τώρα, όλοι τους οι σύντροφοι ήταν νεκροί. Αλλά ο Σάουρον σκόπευε να κρατήσει τον Φέλαγκουντ τελευταίο, γιατί είχε καταλάβει πως ήταν Νόλντορ μεγάλης δύναμης και σοφίας και πίστευε ότι αυτός είχε το μυστικό της αποστολής τους. Αλλά όταν ο λυκάνθρωπος ήρθε για τον Μπέρεν, ο Φέλαγκουντ έβαλε όλη του τη δύναμη κι έσπασε τα δεσμά του. Και πάλεψε με το λυκάνθρωπο και τον σκότωσε με τα χέρια και με τα δόντια του. Όμως ο ίδιος τραυματίστηκε μέχρι θανάτου. Τότε μίλησε στον Μπέρεν λέγοντας:

 

"Πηγαίνω τώρα στη μακρόχρονή μου ανάπαυση στα άχρονα δωμάτα πέρα από τις θάλασσες και τα Βουνά των Άμαν. Θα περάσει πολύς καιρός ώσπου να με ξαναδούν οι Νόλντορ ανάμεσά τους και μπορεί να μη συναντηθούμε δεύτερη φορά στο θάνατο ή στη ζωή γιατί οι μοίρες των λαών μας είναι χωριστές. Έχε γειά!"

 

Πέθανε τότε στα σκοτεινά, στο Το-ιν-Γκαούρχοθ, που το μεγάλο του πύργο αυτός ο ίδιος τον είχε χτίσει. Έτσι ο βασιλιάς Φίνροντ Φέλαγκουντ, ο πιο ωραίος και πιο αγαπητός από τον οίκο του Φίνγουε, ξεπλήρωσε τον όρκο του. Ο Μπέρεν όμως πλάι του πενθούσε απελπισμένος.

 

Εκείνη την ώρα ήρθε η Λούθιεν και, αφού στάθηκε στη γέφυρα που οδηγούσε στο νησί του Σάουρον, είπε ένα τραγούδι που κανένας πέτρινος τοίχος δεν μπορούσε να εμποδίσει. Ο Μπέρεν το άκουσε και νόμιζε πως ονειρευόταν γιατί τα άστρα έλαμπαν από πάνω του και τ'αηδόνια κελαηδούσαν στα δέντρα. Και απαντώντας έψαλε ένα τραγούδι που είχε συνθέσει για να υμνήσει τα Επτά Αστέρια, το Δρεπάνι των Βάλαρ που η Βάρντα είχε κρεμάσει πάνω από το Βορρά σαν σημάδι για την πτώση του Μόργκοθ.

 

Έπειτα τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του κι έπεσε μες στο σκοτάδι.

 

Η Λούθιεν όμως άκουσε τη φωνή της απάντησής του και τότε έψαλε ένα τραγούδι ακόμα μεγαλύτερης δύναμης. Οι λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν και το νησί να τρέμει. Ο Σάουρον στεκόταν στον ψηλό πύργο τυλιγμένος στη μαύρη του σκέψη αλλά χαμογέλασε ακούγοντας τη φωνή της Λούθιεν και η μαγεία του τραγουδιού της είχαν από πολύ παλιά ξεπεράσει τα σύνορα του Ντόριαθ και του πέρασε η σκέψη να τη συλλάβει και να την παραδώσει στην εξουσία του Μόργκοθ, γιατί η αμοιβή του θα ήταν μεγάλη.

 

Έτσι έστειλε ένα δαίμονα-λύκο στη γέφυρα. Ο Χούαν όμως τον σκότωσε αθόρυβα. Ο Σάουρον εξακολούθησε να στέλνει άλλους έναν έναν και έναν έναν ο Χούαν τους άρπαζε από το λαιμό και τους σκότωνε. Τότε ο Σάουρον έστειλε τον Ντραουγκλούιν, ένα φοβερό θηρίο, γέρικο και γεμάτο κακία, αρχηγό και πατέρα των λυκανθρώπων της Άνγκμπαντ. Η δύναμη του ήταν πολύ μεγάλη και ο αγώνας του Χούαν και του Ντραουγκλούιν ήταν μεγάλος και άγριος. Όμως, τελικά ο Ντραουγκλούιν ξέφυγε και τρέχοντας πίσω στον πύργο ξεψύχησε στα πόδια του Σάουρον και ξεψυχώντας είπε στον αφέντη του:

 

"Είναι ο Χούαν εκεί έξω...!"

 

Ο Σάουρον τώρα ήξερε καλά, όπως και όλοι σ'εκείνη τη χώρα, τη μοίρα που είχε οριστεί για τον Λύκο του Βάλινορ και σκέφτηκε πως θα μπορούσε να είναι αυτός που θα την προκαλούσε. Γι'αυτό μεταμορφώθηκε σε λυκάνθρωπο και έκανε τον εαυτό του τον πιο μεγάλο που είχε βαδίσει ποτέ στον κόσμο. Και βγήκε να πάρει το πέρασμα της γέφυρας.

 

Τόσο μεγάλη ήταν η φρίκη απ'τον ερχομό του, που ο Χούαν πήδησε στο πλάι. Τότε ο Σάουρον όρμησε στη Λούθιεν κι εκείνη λιποθύμησε μπροστά στην απειλή του άγριου πνεύματος των ματιών του και τη βρωμερή αποφορά της ανάσας του. Αλλά όπως ερχόταν καταπάνω της, η Λούθιεν πέφτοντας έριξε μια άκρη του μαύρου μανδύα της στα μάτια του κι αυτός σκόνταψε, γιατί του ήρθε μια στιγμιαία νύστα. Τότε όρμησε ο Χούαν. Κι εκεί έγινε ο αγώνας του Χούαν και του Λύκου-Σάουρον και τα ουρλιαχτά και τα αλυχτίσματα αντηχούσαν στους λόφους και οι φρουροί στα τείχη των Έρεντ Γουέθριν, από την άλλη πλευρά της κοιλάδας, τα άκουσαν από μακριά και φοβήθηκαν.

 

Αλλά ούτε μάγια, ούτε ξόρκια, ούτε δόντι, ούτε δηλητήριο, ούτε διαβολικό τέχνασμα, ούτε δύναμη ζώου δεν μπορούσαν να κατανικήσουν τον Χούαν του Βάλινορ. Κι άρπαξε τον εχθρό του από το λαιμό και τον κάρφωσε κάτω. Τότε ο Σάουρον άλλαξε όψη, από λύκος σε φίδι και από τέρας στη δική του καταραμένη μορφή. Αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από το πιάσιμο του Χούαν χωρίς να εγκαταλείψει τελείως το σώμα του. Πριν το βρωμερό του πνεύμα αφήσει το σκοτεινό του οίκο, τον πλησίασε η Λούθιεν και είπε ότι πρέπει να απογυμνωθεί από το σαρκικό του ένδυμα και να στείλουν το φάντασμά του τρέμοντας πίσω στον Μόργκοθ. Και είπε: "Εκεί αιώνια ο γυμνός εαυτός σου θα υποφέρει το μαρτύριο της περιφρόνησής του καθώς θα σε τρυπούν τα μάτια του, εκτός και αν μου παραδώσεις την κυριαρχία του πύργου σου".

 

Τότε ο Σάουρον παραδόθηκε και η Λούθιεν πήρε την εξουσία του νησιού και όλων όσα βρίσκονταν εκεί. Και ο Χούαν τον άφησε. Και αμέσως πήρε τη μορφή βαμπίρ, μεγάλου σαν μαύρο σύννεφο μπροστά στο φεγγάρι, και τράπηκε σε φυγή στάζοντας αίμα από το λαιμό του στα δέντρα, και πήγε στο Τάουρ-νου-Φούιν κι εγκαταστάθηκε εκεί, γεμίζοντάς το με τρόμο.

 

Τότε η Λούθιεν στάθηκε πάνω στη γέφυρα και φανέρωσε τη δύναμή της: και τα μάγια που έδεναν τις πέτρες λύθηκαν, και οι πύλες έπεσαν και οι τοίχοι άνοιξαν και τα μπουντρούμια απογυμνώθηκαν και πολλοί δούλοι και αιχμάλωτοι βγήκαν έξω όλο φόβο και απορία, σκεπάζοντας τα μάτια τους στο χλωμό φώς του φεγγαριού, γιατί ήταν πολύ καιρό στα σκοτάδια του Σάουρον. Ο Μπέρεν όμως δεν ήρθε. Κι έτσι ο Χούαν και η Λούθιεν τον έψαξαν στο νησί και η Λούθιεν τον βρήκε να θρηνεί πλάι στον Φέλαγκουντ. Τόσο βαθιά ήταν η οδύνη του ώστε ήταν πεσμένος ακίνητος και δεν άκουγε τα βήματα της. Τότε, νομίζοντας τον ήδη νεκρό, έβαλε τα χέρια της ολόγυρά του κι έπεσε σε σκοτεινή λησμονιά. Ο Μπέρεν όμως με το που γύρισε πίσω στο φως από τα μπουντρούμια της απελπισίας, τη σήκωσε και αντίκρισαν πάλι ο ένας τον άλλο και καθώς χάραξε η μέρα πάνω από τους σκοτεινούς λόφους τους φώτισε.

 

Έθαψαν το σώμα του Φέλαγκουντ στην κορυφή του λόφου του δικού του νησιού, που ήταν πάλι καθαρό και το πράσινο μνήμα του Φίνροντ, του γιού του Φινάρφιν, του πιο ωραίου από όλους τους πρίγκιπες των Ξωτικών, έμεινε αβεβήλωτο, ώσπου η γη άλλαξε και κομματιάστηκε και καταποντίστηκε κάτω από τις καταστροφικές θάλασσες. Ο Φίνροντ όμως περπατά με τον Φινάρφιν τον πατέρα του κάτω από τα δέντρα στο Έλνταμαρ.

 

Συνέχεια >>>> 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: