Στην Σκιά των γιών του Φέανορ


Ο Μπέρεν, λοιπόν, και η Λούθιεν ήταν πάλι ελεύθεροι και μαζί περπατούσαν στα δάση ανανεώνοντας για λίγο τη χαρά τους, και μ'όλο που ήρθε ο χειμώνας δεν τους πείραξε, γιατί τα λουλούδια έμεναν όπου πήγαινε η Λούθιεν και τα πουλιά κελαηδούσαν κάτω απ'τους χιονοντυμένους λόφους. Ο Χούαν όμως επειδή ήταν πιστός, γύρισε πίσω στον Κέλεγκορμ τον κύριό του. Όμως η αγάπη τους ήταν λιγότερη από πριν.

 

Στη Νάργκοθροντ έγινε αναταραχή. Γιατί εκεί τώρα επέστρεψαν πολλά Ξωτικά που ήταν φυλακισμένα στο νησί του Σάουρον και σηκώθηκε κατακραυγή που κανένας λόγος του Κέλεγκορμ δεν μπόρεσε να καθησυχάσει. Θρηνούσαν πικρά το θάνατο του Φέλαγκουντ του βασιλιά τους, λέγοντας ότι μια κοπέλα είχε τολμήσει αυτό που οι γιοί του Φέανορ δεν είχαν τολμήσει να κάνουν. Πολλοί όμως κατάλαβαν πως ήταν προδοσία κι όχι φόβος αυτό που είχε οδηγήσει τον Κέλεγκορμ και τον Κουρούφιν. Έτσι οι καρδιές του λαού της Νάργκοθροντ απαλλάχτηκαν από την εξουσία τους και γύρισαν πάλι στον οίκο του Φινάρφιν και υπάκουαν στον Ορόντρεθ. Αλλά αυτός δεν τους άφησε να σκοτώσουν τους αδελφούς, όπως επιθυμούσαν μερικοί, γιατί αν οι ομόφυλοι έχυναν το αίμα των ομοφύλων τους, αυτό θα έδενε ακόμα πιο σφιχτά την κατάρα του Μάντος ολόγυρά τους. Ο Ορόντρεθ όμως δεν έδωσε ούτε ψωμί ούτε ανάπαυση στον Κέλεγκορμ και τον Κουρούφιν μέσα στα όρια της επικράτειάς του και ορκίστηκε από τότε και στο εξής ότι ελάχιστη θα ήταν η αγάπη ανάμεσα στη Νάργκοθροντ και τους γιούς του Φέανορ.

 

 

"Ας είναι έτσι!" είπε ο Κέλεγκορμ με μια απειλητική σκιά στα μάτια. Ο Κουρούφιν όμως χαμογέλασε! Ύστερα πήραν τα άλογά τους και κάλπασαν σαν τη φωτιά για να βρούν αν μπορούσαν συγγενείς στην ανατολή. Αλλά κανένας δεν ήθελε να πάει μαζί τους ούτε κι εκείνοι που ήταν της γενιάς τους. Γιατί όλοι κατάλαβαν ότι η κατάρα πλάκωνε βαριά τα αδέλφια και το κακό τους ακολουθούσε. Εκείνο τον καιρό ο Κελεμπρίμπορ, ο γιός του Κουρούφιν, αποκήρυξε τα έργα του πατέρα του και έμεινε στη Νάργκοθροντ. Όμως ο Χούαν συνέχισε ν'ακολουθεί το άλογο του Κέλγκορμ, του κυρίου του.

 

Πήγαιναν βόρεια, γιατί σκόπευαν στη βιασύνη τους να διασχίσουν το Ντίμπαρ και να ακολουθήσουν τα βορινά όρια του Ντόριαθ επιζητώντας το συντομότερο δρόμο για το Χίμρινγκ, όπου κατοικούσε ο Μαέδρος ο αδελφός τους. Και μπορούσαν να ελπίζουν πως θα το διασχίσουν με ταχύτητα, αφού βρίσκονταν κοντά στα σύνορα του Ντόριαθ, αποφεύγοντας το Ναν Ντουνγκόρθεμπ και την απόμακρη απειλή των Βουνών του Τρόμου.

 

Λέγεται τώρα πως ο Μπέρεν και η Λούθιεν στις περιπλανήσεις τους έφτασαν στο Δάσος του Μπρέθιλ, και, τέλος, πλησίασαν στα σύνορα του Ντόριαθ. Τότε ο Μπέρεν θυμήθηκε τον όρκο του και, παρόλο που δεν το ήθελε, αποφάσισε, όταν η Λούθιεν έφτανε πάλι στην ασφάλεια της δικής της χώρας, να ξεκινήσει γι' άλλη μια φορά. Όμως αυτή δεν ήταν καθόλου πρόθυμη να τον αποχωριστεί ξανά λέγοντας:

 

"Πρέπει να διαλέξεις, Μπέρεν, ανάμεσα στα δύο: να εγκαταλείψεις την αποστολή και τον όρκο σου και να αναζητήσεις μια ζωή περιπλανήσεων στο πρόσωπο της γης, ή να κρατήσεις το λόγο σου και να προκαλέσεις τη δύναμη του σκότους πάνω στο θρόνο της. Αλλά όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις, εγώ θα'ρθω μαζί σου και η μοίρα μας θα είναι κοινή".

 

Την ώρα που συζητούσαν όλα αυτά μαζί περπατώντας χωρίς να δίνουν σημασία σε οτιδήποτε άλλο, ο Κέλεγκορμ και ο Κουρούφιν ήρθαν καλπάζοντας βιαστικά μέσα από το δάσος και τα αδέλφια τους ξεχώρισαν και τους γνώρισαν από μακριά. Τότε ο Κέλεγκορμ γύρισε τ'άλογο του και το σπιρούνισε καταπάνω στον Μπέρεν, σκοπεύοντας να τον τσαλαπατήσει. Ο Κουρούφιν όμως στρίβοντας έσκυψε και σήκωσε τη Λούθιεν στη σέλα του, γιατί ήταν δυνατός κι επιδέξιος καβαλάρης. Τότε ο Μπέρεν πήδησε μπροστά από τον Κέλεγκορμ κι έπεσε ίσια πάνω στο τρεχάτο άλογο του Κουρούφιν που τον είχε προσπεράσει. Και το πήδημα του Μπέρεν έμεινε ξακουστό ανάμεσα στα Ξωτικά και τους Ανθρώπους. Κι άρπαξε τον Κουρούφιν από τον αυχένα, και τον πέταξε πίσω κι έπεσαν μαζί καταγής. Το άλογο σηκώθηκε στα πίσω πόδια κι έπεσε, αλλά η Λούθιεν πετάχτηκε στο πλάι κι έπεσε στο χορτάρι.

 

Τότε ο Μπέρεν έπιασε από το λαιμό τον Κουρούφιν να τον πνίξει αλλά πλησίασε το θάνατο, γιατί ο Κέλεγκορμ όρμησε καταπάνω του μ'ενα ακόντιο. Εκείνη την ώρα ο Χούαν εγκατέλειψε την υπηρεσία του Κέλεγκορμ και όρμησε καταπάνω του, έτσι ώστε το άλογο λοξοδρόμησε και με τίποτα δεν πλησίαζε τον Μπέρεν από το φόβο του μεγάλου λύκου.

 

Ο Κέλεγκορμ άρχισε να καταριέται άλογο και λύκο, αλλά ο Χούαν έμενε ασυγκίνητος. Τότε η Λούθιεν σηκώθηκε και απαγόρεψε να σκοτωθεί ο Κουρούφιν αλλά ο Μπέρεν τον απογύμνωσε από την εξάρτηση και τον οπλισμό του και του πήρε το μαχαίρι του, το Άνγκριστ. Εκείνο το μαχαίρι το είχε κατασκευάσει ο Τέλχαρ του Νόγκροντ, και κρεμόταν δίχως θηκάρι στο πλευρό του. Μπορούσε να κόψει σίδερο λες και ήταν χλωρό ξύλο. Τότε ο Μπέρεν σήκωσε τον Κουρούφιν ψηλά και τον πέταξε μακριά και του είπε να πάει τώρα περπατώντας πίσω στους ευγενείς συγγενείς του, που μπορεί να του μάθουν να χρησιμοποιεί την παληκαριά του καλύτερα.

 

"Το άλογο σου", είπε, "το κρατώ για τη Λούθιεν και θα πρέπει να θεωρείται χαρούμενο που απαλλάχτηκε από τέτοιον αφέντη".

 

Τότε ο Κουρούφιν καταράστηκε τον Μπέρεν κάτω απ'τα σύννεφα και τον ουρανό.

 

"Πήγαινε από δώ", είπε, "σε γρήγορο και πικρό θάνατο".

 

Ο Κέλεγκορμ τον πήρε πάνω στ'άλογό του και τ'αδέλφια έκαναν πως φεύγουν. Ο Μπέρεν τους γύρισε την πλάτη και δεν έδωσε σημασία στα λόγια τους. Ο Κουρούφιν όμως, γεμάτος ντροπή και κακία, πήρε το τόξο του Κέλεγκορμ και σαϊτεψε προς τα πίσω καθώς έφευγαν και το βέλος σημάδευε τη Λούθιεν. Ο Χούαν πήδησε και το'πιασε με το στόμα του. Ο Κουρούφιν όμως έριξε ξανά και ο Μπέρεν πετάχτηκε μπροστά από τη Λούθιεν και το βέλος τον χτύπησε κατάστηθα.

 

Λέγεται ότι ο Χούαν κυνήγησε του γιούς του Φέανορ κι αυτοί το'βαλαν στα πόδια φοβισμένοι. Και γυρίζοντας, έφερε στη Λούθιεν ένα βότανο από το δάσος. Με αυτό το βότανο σταμάτησε την αιμορραγία της πληγής του Μπέρεν και με τα γιατροσόφια της και την αγάπη της τον γιάτρεψε. Κι έτσι, τέλος, ξαναγύρισαν στο Ντόριαθ. Εκεί ο Μπέρεν, διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη του και τον όρκο του, ξέροντας πως η Λούθιεν ήταν τώρα ασφαλής, σηκώθηκε ένα πρωϊνό πριν βγεί ο ήλιος και την άφησε στη φροντίδα του Χούαν. Ύστερα με μεγάλη οδύνη έφυγε ενώ αυτή κοιμόταν ακόμα στο χορτάρι.

 

Συνέχεια >>>> 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: