Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα elves. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα elves. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι Λάμπες του Φέανορ

Οι Λάμπες του Fëanor ήταν λάμπες που δημιουργήθηκαν από τον μεγάλο τεχνίτη Fëanor στο Valinor. Περιγράφονται ως κρύσταλλοι "που έβγαζαν ένα καθαρό γαλάζιο φως από μια φλόγα φυλακισμένη σε λευκό κρύσταλλο", ενώ η φλόγα τους δεν μπορούσε να σβήσει από τον άνεμο ή το νερό. Οι Noldor ήταν διάσημοι για τις φλόγες, αλλά δυστυχώς η τέχνη αυτή χάθηκε μαζί τους.

 
Οι μπλε Λάμπες των Νόλντορ εμφανίζονται μόνο σε κείμενα που αφορούν την Πρώτη Εποχή. Αν και δεν είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Φέανορ, αυτές οι Λάμπες φαινόταν να χρησιμοποιούνταν ευρέως από τους Νόλντορ, στο Βάλινορ και αργότερα στο Μπελέριαντ. Ούτε ο άνεμος ούτε η βροχή μπορούσαν να σβήσουν το φως τους, καθιστώντας τες πράγματι χρήσιμες για ταξίδια στην άγρια ​​φύση. Φαίνεται ότι μετά το θάνατο του Φέανορ τα μυστικά της δημιουργίας τους χάθηκαν. 

Η Τελευταία Συμμαχία Ξωτικών & Ανθρώπων - Ο Πόλεμος της Τελευταίας Συμμαχίας

Ο Πόλεμος της Τελευταίας Συμμαχίας ήταν ο πόλεμος στα τέλη της Δεύτερης Εποχής, κατά την οποία η Τελευταία Συμμαχία Ξωτικών και Ανθρώπων, η μεγαλύτερη δύναμη που συντάχθηκε ποτέ στη Μέση-Γη μετά τον Στρατό του Βάλινορ στον Πόλεμο της Οργής, και που σχηματίστηκε το 3430 της Δεύτερης Εποχής ως απάντηση στην καταστροφική απειλή του Sauron, προχώρησε εναντίον του Barad-dûr, του φρουρίου του Σκοτεινού Άρχοντα στη Mordor. Εντελώς ανέλπιστα, ήταν νικητές, αλλά όταν το Ένα Δαχτυλίδι δεν καταστράφηκε, ο Sauron ανέκτησε ξανά τις δυνάμεις του στην Τρίτη Εποχή κι επέστρεψε.


Η Τελευταία Συμμαχία ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική συμμαχία στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Ελεύθεροι Λαοί του κόσμου ενωμένοι κάτω από ένα λάβαρο, κι ο μόνος πόλεμος μεγάλης κλίμακας που έγινε ως τις ημέρες της κορύφωσης του Πολέμου του Δαχτυλιδιού, μια Εποχή αργότερα. Μετά από αυτόν τον Πόλεμο, τα Ξωτικά δεν κατάφεραν ποτέ ξανά να επιφέρουν μια τόσο μεγάλη και ισχυρή επίδειξη δύναμης στον πόλεμο.

Γκίλντορ Ινγκλόριον

Ο Gildor Inglorion ήταν Ñoldo του Οίκου του Finrod κι έζησε στο Rivendell στην Τρίτη Εποχή. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 3018, ο Gildor και μια ομάδα Ξωτικών περνούσαν από το Shire, τραγουδώντας καθώς περπατούσαν και, χωρίς να το καταλάβουν, έκαναν έναν Nazgûl που καταδίωκε τον Frodo να τραπεί σε φυγή. Ο Gildor αναγνώρισε τον Frodo, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, διότι ήξερε τον Bilbo. Κάλεσε τον Frodo, μαζί με τους Sam Gamgee και Pippin Took, να περάσουν τη νύχτα με την συντροφιά των Ξωτικών.

 
Στα μάτια των Χόμπιτς, ο Γκίλντορ και τα Ξωτικά έμοιαζαν να λάμπουν καθώς περπατούσαν τη νύχτα, ενώ το αστρόφως έφεγγε στα μαλλιά και στα μάτια τους. Κατασκήνωσαν σε ένα ξέφωτο στο Γούντι Εντ, κοντά στο Γούντχολ, και τα Ξωτικά προμήθευσαν τα Χόμπιτς με ψωμί, φρούτα και ένα αρωματικό ποτό. Ο Φρόντο παρέμεινε ως αργά συζητώντας με τον Γκίλντορ για τους πολλούς κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν σύντομα τα Χόμπιτς. Ο Φρόντο είχε χαιρετήσει τον Γκίλντορ λέγοντας "Elen síla lúmenn' omentielvo" ("Ένα άστρο λάμπει από την ώρα που συναντηθήκαμε"), κι εκείνος εντυπωσιασμένος με τη γνώση της αρχαίας γλώσσας και των παραδόσεων, επαίνεσε τον Φρόντο και τον ονόμασε Φίλο των Ξωτικών. Ο Γκίλντορ αντιλήφθηκε ότι ο Εχθρός έψαχνε το Χόμπιτ, αν και δεν ήξερε γιατί. Ήταν απρόθυμος να δώσει στον Φρόντο οποιαδήποτε συμβουλή εν απουσία του Γκάνταλφ.

Νάντορ

Οι Nandor (ενικός Nando), στους οποίους περιλαμβάνονταν οι Silvan (ή "Ξωτικά του Δάσους") και τα Πράσινα Ξωτικά, ήταν μία από τις Telerin φυλές των Ξωτικών. Όπως και οι Sindar, ήταν Úmanyar, δηλαδή οι Teleri εκείνοι που ξεκίνησαν το Μεγάλο Ταξίδι από την Cuiviénen για το Valinor, αλλά εγκατέλειψαν όταν τα Ξωτικά έφτασαν στα Ομιχλιασμένα Βουνά και δεν το ολοκλήρωσαν ποτέ. Nandor στην Quenya σημαίνει "Εκείνοι που Γυρίζουν Πίσω".


Οι Νάντορ ξεκίνησαν κάτω από την ηγεσία του Τελέρι Ξωτικού Λένγουε, ή Νταν όπως λεγόταν στη γλώσσα τους, ο οποίος οδήγησε μια ομάδα που στράφηκε νότια κατά μήκος του Ποταμού Άντουιν κι έπειτα εξαφανίστηκε από την γραπτή ιστορία. Το Νάντορ ήταν τελικά το όνομα που έδωσαν στον εαυτό τους, και σήμαινε τον Λαό του Νταν στη δική τους γλώσσα. 

Αβάρι

Avari ονομάστηκαν εκείνα τα Ξωτικά που αρνήθηκαν να κάνουν το Μεγάλο Ταξίδι από την Cuiviénen στο Aman. Avari στην Quenya σημαίνει "οι Απρόθυμοι". Ονομάζονταν επίσης Abari στην Telerin, καθώς και Moripendi, λέξη η οποία είναι συνώνυμη με τη λέξη Moriquendi της Quenya και η οποία αναφέρεται επίσης στους Sindar. Στην Sindarin ονομάζονταν Evair, Morben ή Mornedhel.


Όταν ο Όρομε βρήκε τα Ξωτικά που είχαν ξυπνήσει στην Κουιβιένεν, τους κάλεσε να πάνε μαζί του στο Βάλινορ. Όλοι οι Μίνυαρ, κάποιοι από τους Νέλυαρ και οι περισσότεροι από τους Τάτυαρ πείστηκαν, κι ακολούθησαν τον Όρομε στο Μεγάλο Ταξίδι για τη Δύση.

Σίλβαν

Οι Silvan, επίσης γνωστοί και ως Ξωτικά του Δάσους, προέρχονται από τους Nandor που ποτέ δεν ήρθαν στα δυτικά των Ομιχλιασμένων Βουνών, αλλά έμειναν στην Κοιλάδα του Anduin και στο Μεγάλο Πράσινο Δάσος. Ήταν απομονωμένοι από τα υπόλοιπα Ξωτικά της Μέσης-Γης και κατοικούσαν στα δάση, ενώ είχαν το λιγότερο ενδιαφέρον για την αναζήτηση γνώσης σε σχέση με τους άλλους Eldar, όπως οι Noldor. Μερικοί απ' αυτούς μπερδεύονται λανθασμένα με τους Avari, εκείνους που αρνήθηκαν να κάνουν το Μεγάλο Ταξίδι από την Cuiviénen στο Aman. Στα τέλη της Τρίτης Εποχής, οι Silvan ανήκαν κυρίως στους Galadhrim ή στα Ξωτικά του Mirkwood. Στην Sindarin οι Silvan ονομάζονταν Tawarwaith, που σημαίνει "Λαός του Δάσους".


Τα Ξωτικά Σίλβαν ήταν απόγονοι των Νάντορ (και επομένως είχαν καταγωγή από τους Τελέρι), που είχαν παραμείνει στην Κοιλάδα του Άντουιν κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Ταξιδιού των Έλνταρ στις Αρχαίες Ημέρες. Οι Σίλβαν κρύφτηκαν στα δάση πέρα ​​από τα Ομιχλιασμένα Βουνά και έγιναν διάσπαρτος λαός που δύσκολα διακρίνονταν από τους Αβάρι. Ενώ μερικοί από τους Νάντορ συνέχισαν ως το Ερίαντορ και αργότερα εισήλθαν στην Οσσίριαντ, μερικοί παρέμειναν στην Κοιλάδα του Άντουιν, και από αυτούς αργότερα προήλθαν τα Ξωτικά του Δάσους.

Αστέρια

Τα Αστέρια, τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Arda, δημιουργήθηκαν από την Valie Varda, άλλα ονόματα της οποίας ήταν Tintallë που σημαίνει "Ανάφτρα" στην Quenya, Elentári και Elbereth που σημαίνουν "Βασίλισσα των Αστεριών" σε Quenya και Sindarin αντίστοιχα. Τα Αστέρια υπάρχουν ψηλά στους Ουρανούς στους Kύκλους του Κόσμου, πιθανότατα στο Ilmen πάνω από την Arda, μεταξύ του Vista και της Ekkaia. Στην αρχή είχαν φανεί καθαρά σε περιοχές όπου υπήρχε λιγότερο φως είτε από τις Δύο Λάμπες είτε από τα Δύο Δέντρα, και πολύ αργότερα φαινόντουσαν μόνο όταν ο Ήλιος έδυε και νύχτωνε με καθαρό ουρανό.


H Βάρντα δημιούργησε τα αστέρια σε δύο φάσεις, αρχικά στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της Άρντα, και έπειτα πριν από την Αφύπνιση των Ξωτικών. Μετά την καταστροφή των Δύο Φανών, τα αστέρια ήταν η μόνη πηγή φωτός στην Μέση-Γη, καθότι το φως των Δύο Δέντρων ήταν πολύ μακριά στη Δύση και, αν τυχόν φαινόταν, μπορούσε να το δει κάποιος μόνο πολύ αχνά. Αυτά τα αστέρια δεν είχαν επίσημα ονόματα, αλλά ήταν πολλά.

Κουιβιένεν

H Cuiviénen, που σημαίνει στην Quenya "Νερό της Αφύπνισης", ήταν ένας κόλπος στην ακτή 
του νησιού Sea of Helcar στα ανατολικά της Μέσης-Γης όπου ξύπνησαν τα Ξωτικά.


Ο Έρου ξύπνησε εκεί τα Ξωτικά περίπου το 1050 των Χρόνων των Δέντρων. Εξ' αρχής χωρίστηκαν σε τρείς ομάδες: οι Minyar, Tatyar και Nelyar, και κατοίκησαν στην Κουιβιένεν για περισσότερο από 500 χρόνια πριν τον πρώτο χωρισμό. Πολλά απ' τα Ξωτικά, ειδικότερα από τους Μίνυαρ και τους Τάτυαρ, έκαναν το Μεγάλο Ταξίδι στη Δύση για το Βάλινορ και είδαν το φως του και έγιναν γνωστοί ως Eldar. 

Ερίαντορ

To Eriador, που σημαίνει στη Sindarin "Μοναχική Γη", ήταν η μεγάλη περιοχή στα βορειοδυτικά της Μέσης-Γης, οριζόμενη μεταξύ του Lindon και των Γαλάζιων Βουνών στα δυτικά, και του Rhovanion και των Ομιχλιασμένων Βουνών στα ανατολικά. Κατοικούταν από όλους τους Ελεύθερους Λαούς της Μέσης-Γης, και ήταν η περιοχή πολλών εκ των πιο σημαντικών γεγονότων της Δεύτερης και Τρίτης Εποχής. Μέχρι το τέλος της Τρίτης Εποχής οι κύριοι κάτοικοί του ήταν Hobbits του Shire και Άνθρωποι των γύρω περιοχών.


Το Ερίαντορ ήταν μια μεγάλη κατοικημένη, εύκρατη περιοχή στα βορειοδυτικά της Μέσης-Γης, με πολύ ζεστά καλοκαίρια και εξαιρετικά παγωμένους χειμώνες. Είχε πολλούς ποταμούς, εκ των οποίων οι πιο σημαντικοί ήταν ο Λούν (Sindarin Lhûn) που έρρεε από τα Γαλάζια Βουνά και σχημάτιζε τον Κόλπο του Λούν, ο Μπραντιγουάιν (Sindarin Baranduin) που έρρεε απ' τη Λίμνη Έβεντιμ και σχημάτιζε το ανατολικό όριο του Σάιρ, και ο Γκουάθιρ που σχημάτιζε το νότιο σύνορο του Ερίαντορ. Άλλοι ποταμοί που περιλαμβάνονται είναι ο Γκλάντουιν που έρρεε απ' το Χόλλιν (Ερέγκιον) και χυνόταν στον Γκουάθιρ, ο Μπρούινεν που περνούσε απ' το Ίμλαντρις στο Πέρασμα του Μπρούινεν, και ο Ελικοπόταμος στο Παλιό Δάσος.

Οι Ελεύθεροι Λαοί

Οι Ελεύθεροι Λαοί του Κόσμου ήταν εκείνοι οι λαοί που δεν βρίσκονταν κάτω από την κυριαρχία του Sauron.


Έως και την Τρίτη Εποχή ο Σάουρον είχε Όρκς, Τρολς και άλλα πλάσματα υπό την εξουσία του, και άλλοι λαοί όπως οι Άνθρωποι της Σκιάς ήταν σκλάβοι του ή σύμμαχοί του. Έτσι, οι Ελεύθεροι Λαοί ήταν τα Ξωτικά, οι Άνθρωποι Ντουνεντάιν και Εντάιν, οι Νάνοι, τα Χόμπιτς και κάθε ένας που τον πολεμούσε.

Ίνγκουε

O Ingwë ήταν Vanya, ο βασιλιάς των Vanyar, θείος της συζύγου του Finwë, της Indis, και ο Υψηλός Βασιλιάς των Ξωτικών. Το όνομά του το δανείστηκαν οι Vanyar, οι οποίοι επίσης ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ingwer. Η κατάλληλη ονομασία του, που ήταν επίσης ένας τίτλος από μόνη της, ήταν Ingwë Ingweron, «Αρχηγός των Αρχηγών». Το όνομα Ingwë σημαίνει «Αρχηγός» στην Quenya

 
Ο Ίνγκουε ήταν ένα από τα πρώτα δώδεκα Ξωτικά που ξύπνησαν στην Κουιβιένεν, και ένα από τα τρία Ξωτικά, μαζί με τον Έλγουε και τον Φίνγουε, που πρωτοταξίδεψαν στο Άμαν. Ο Ίνγκουε έγινε ο πρώτος των Βάνυαρ που ταξίδεψαν στο Βάλινορ με τον Όρομε. Αγαπώντας την ομορφιά και την ευτυχία που συνάντησε εκεί, επέστρεψε στο λαό του και τους προέτρεψε να κάνουν ένα ταξίδι στο Άμαν. Ο ίδιος και οι συγγενείς του ήταν γοητευμένοι με τους Βάλαρ, και έτσι αποφάσισαν να μην επιστρέψουν στη Μέση-Γη, αντιθέτως έμειναν και έκαναν τον Ίνγκουε βασιλιά τους. Ο πύργος Μίντον Ελνταλιέβα στην Τίριον χτίστηκε προς τιμήν του.


Τελέρι

Οι Teleri ήταν η τρίτη από τις φυλές των Ξωτικών που έκαναν το Μεγάλο Ταξίδι για το Valinor. Σε αυτούς άνηκαν οι Teleri του Valinor (γνωστοί ως Falmari), καθώς και οι Sindar, οι Laiquendi και οι Nándor της Μέσης-Γης. Στην αρχή ήταν γνωστοί ως Nelyar ("Οι Τρίτοι"), και αποτελούσαν τον μεγαλύτερο από τους τρεις οίκους των Πρωτογέννητων. Σύμφωνα με τον μύθο, κατάγονται από τον Enel, το τρίτο Ξωτικό που ξύπνησε στην Cuiviénen, τη σύζυγό του Enelyë και τους εβδομήντα δύο συντρόφους του. Οι περισσότεροι από τους Avari αρχικά ανήκαν σε αυτή τη γενιά. Κατά την αρχαία εποχή ονόμασαν τον εαυτό τους Lindar, ή "Τραγουδιστές", επειδή ήταν γνωστοί για την ωραία φωνή τους.

 
Όταν οι Βάλαρ αποφάσισαν να φέρουν τα Ξωτικά στο Άμαν, επέλεξαν τρεις πρεσβευτές. Οι
Ίνγκουε, Φίνγουε και Έλγουε ταξίδεψαν εκεί και προσπάθησαν να πείσουν τους λαούς τους ώστε να κάνουν το ταξίδι. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα της φυλής των Νέλυαρ, αρνήθηκαν, και ονομάστηκαν Αβάρι, "Οι Απρόθυμοι".

Λέμπας

To Lembas πρωτοδημιουργήθηκε από τη Yavanna από ένα ειδικό καλαμπόκι που φύτρωνε στο Aman, και το οποίο το έδωσε ο Orome στα Ξωτικά που έκαναν το Μεγάλο Ταξίδι. Για αυτό τον λόγο ήταν έθιμο των Ξωτικών να φτιάχνεται μόνο από γυναίκες. Εκείνες που γνώριζαν τη μυστική αυτή συνταγή ονομάζονταν Yavannildi. Επιπλέον, το έθιμο ήθελε το Lembas να διατηρείται και να μοιράζεται από Ξωτικό βασίλισσα.



Το Λέμπας δινόταν σε μη-Ξωτικά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, επειδή υπήρχε η πεποίθηση ότι οι θνητοί που θα το έτρωγαν θα επιθυμούσαν - λόγω της θνησιμότητάς τους - να ζήσουν μαζί με τα Ξωτικά. Το ίδιο το καλαμπόκι ήταν αθάνατο και χρειαζόταν μόνο λίγο ηλιακό φως για να ωριμάσει, βλαστούσε και μεγάλωνε γρήγορα, ενώ μπορούσε κάποιος να το σπείρει σε οποιαδήποτε εποχή. Ήταν όμως επιρρεπές στους βόρειους ανέμους όσο ο Μόργκοθ κατοικούσε εκεί. Οι Έλνταρ το καλλιεργούσαν σε φυλασσόμενες περιοχές και σε ηλιόλουστα ξέφωτα.

Γκλορφίντελ

Ο Glorfindel ήταν ένα Ξωτικό άρχοντας της Gondolin που έζησε κατά τη διάρκεια των Παλαιών Ημερών. Στους θρύλους της Μέσης-Γης, υπάρχει ένα Ξωτικό που ονομάζεται Glorfindel ο οποίος πέθανε την Πρώτη Εποχή, αλλά το όνομα Glorfindel αναφέρεται και πάλι στις ιστορίες της Τρίτης Εποχής. Λέγεται ότι μετά το θάνατό του, στάλθηκε πίσω στην Μέση-Γη από τις Αίθουσες της Αναμονής για να ζήσει και πάλι και ότι αυτοί οι δύο Glorfindels ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο Ξωτικό. Δεν έχει γίνει πάντως ξεκάθαρο αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή για δύο διαφορετικά. Glorfindel σημαίνει στη Sindarin "Χρυσομάλλης".


Ο Γκλορφίντελ στην Πρώτη Εποχή:
Ο Γκλορφίντελ ήταν μεταξύ των Ξωτικών που έφυγαν από τους Αθάνατους Τόπους, αψηφώντας τους Βάλαρ, σε μια προσπάθεια να ανακτήσουν τα Σίλμαριλς από τον Μόργκοθ. Λέγεται ότι ο Γκλορφίντελ έλαβε μέρος στην εξέγερση, λόγω της συγγένειας και της υποταγής του στον Τούργκον, και ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στην Αδελφοκτονία.

Νόλντορ

Οι Noldor ήταν η δεύτερη φυλή των Ξωτικών που ήρθαν στο Aman. Ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένοι στις κατασκευές και κέρδισαν πολλή γνώση την οποία μετέδωσαν στους Ανθρώπους μετά την εξορία τους. Ο βασιλιάς τους ήταν αρχικά ο Finwë, τον οποίο δολοφόνησε ο Μorgoth, οδηγώντας έτσι τον γιο του Fëanor να εκδικηθεί για τον θάνατο του πατέρα του αλλά και για την κλοπή των Silmarils, κάνοντας πόλεμο εναντίον του Μorgoth στη Μέση-Γη. Ο πόλεμος των Noldor εναντίον του Μorgoth περιλαμβάνει πολλές από τις ιστορίες της Πρώτης Εποχής.

 
Οι Νόλντορ (στην Quenya σημαίνει κείνοι που έχουν τη Γνώση") είναι η δεύτερη φυλή των Ξωτικών που μετανάστευσαν στο Βάλινορ και έζησαν στο Έλνταμαρ. Οι άλλες δύο φυλές ήταν οι
Βάνυαρ (Vanyar) και οι Τελέρι (Teleri). Οι Νόλντορ αποκαλούνται Golodhrim ή Gódhellim στη Sindarin, και Goldui από τους Τελέρι του Τολ Ερέσσεα. Ο ενικός είναι Noldo και το επίθετο Noldorin. Όπως και οι Tελέρι, είχαν συνήθως γκρίζα μάτια και σκούρα μαλλιά (εκτός από εκείνους που είχαν μέσα τους το αίμα των Βάνυαρ, με πιο γνωστούς εκείνους του Οίκου του Φινάρφιν).

Βάλινορ

Valinor ή Valinórë (στην Quenya Η Γη των Valar) ήταν το βασίλειο των Valar στο κεντρικό Αman. Το Αman αναφέρεται σε ολόκληρη την ήπειρο, ενώ το Valinor αναφέρεται στα εδάφη που κατοικούνται από τους Valar και τα Ξωτικά, και η Valimar είναι η κεντρική πόλη του. Το Valinor ήταν ο τόπος στον οποίο πήγαν οι Valar αφότου το Almaren καταστράφηκε από τον Melkor.


Το Βάλινορ βρισκόταν δυτικά των Βουνών Πελόρι και ήταν περιβαλλόμενο από αυτά, τα οποία τέθηκαν από τους Βάλαρ ως άμυνα απέναντι στον Μέλκορ. Τα πάντα στο βασίλειο, ακόμη και οι πέτρες και τα νερά, ήταν καθαγιασμένα και δεν υπήρχε καμία ασθένεια, φθορά ή μαρασμός. Οι Βάλαρ έφεραν στο Βάλινορ την ομορφιά και το φως που διασώθηκε από την Άνοιξη της Άρντα πριν από την καταστροφή, και δημιούργησαν νέα πράγματα, κάνοντας έτσι το Βάλινορ ακόμη πιο όμορφο από το Άλμαρεν.

Οι Πόρτες του Ντούριν

Οι Πόρτες του Durin, επίσης γνωστές ως Δυτική Πύλη ή Δυτική Πόρτα της Moria, ήταν χτισμένες μέσα στα τείχη της Moria στους σκοτεινούς λόφους του Celebdil, και αποτελούσαν την δυτική είσοδο στη μεγάλη πόλη των Νάνων, το Khazad-dum.


Η κύρια είσοδος του Καζάντ-Ντούμ ήταν οι Μεγάλες Πύλες στην Κοιλάδα του Ντίμριλ, ανατολικά των Ομιχλιασμένων Βουνών. Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Εποχής, αποφασίστηκε να ανοιχτεί ένα πέρασμα στη δυτική πλευρά του Κελέμπντιλ, το οποίο θα ευνοούσε την επικοινωνία και την συνεργασία μεταξύ των Ξωτικών και των Νάνων. Η Πόρτα των Ξωτικών κατασκευάστηκε σε συνεργασία μεταξύ των Νάνων και των Ξωτικών, κάποια στιγμή μεταξύ του 750 και του 1500 της Δεύτερης Εποχής. Το Ξωτικό και Άρχοντας του Ερέγκιον, ο Κελεμπρίμπορ, και ο Νάνος Νάρβι που έχτισαν τις Πόρτες, ήταν οι δύο μεγαλύτεροι τεχνίτες της Δεύτερης Εποχής. Αυτές ήταν οι ημέρες πριν από τα σκοτεινά χρόνια της κυριαρχίας του Σάουρον στη Μέση-γη, και οι φιλικοί δεσμοί μεταξύ των βασιλείων των Ξωτικών και των Νάνων ήταν ένα σπάνιο και ξεχωριστό γεγονός. Κατά τη διάρκεια αυτής της ειρηνικής εποχής οι πόρτες ήταν ανοιχτές, επιτρέποντας το εμπόριο. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Ξωτικών και του Σάουρον (το 1697) οι πόρτες ήταν σφραγισμένες αφότου το Χόλιν κυριεύτηκε από τις δυνάμεις του Σάουρον.

Τα Τρία Δαχτυλίδια των Ξωτικών

Narya, Nenya και Vilya. Τα Τρία Δαχτυλίδια των Ξωτικών ήταν τα πιο ισχυρά από τα Δαχτυλίδια της Δύναμης, εκτός από το Ένα Δαχτυλίδι. Η δύναμή τους ήταν στην κατανόηση, στην κατασκευή, στη διατήρηση και στη θεραπεία. Δεν ήταν όπλα, αν και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς υπεράσπιση ενάντια στον Sauron και τους υπηρέτες του. Τα Τρία δεν έκαναν τους κατόχους τους αόρατους.


Τα Τρία Δαχτυλίδια έγιναν από τον μεγάλο τεχνίτη των Ξωτικών, τον Κελεμπρίμπορ, στο Ερέγκιον γύρω στο έτος 1590 της Δεύτερης Εποχής. Ο Κελεμπρίμπορ και τα Ξωτικά μεταλλουργοί του Ερέγκιον είχαν εξαπατηθεί από τον Σάουρον, ο οποίος είχε έρθει σε αυτούς μεταμφιεσμένος προσποιούμενος ότι είναι ένας απεσταλμένος των Βάλαρ, και είχε υποσχεθεί να τους διδάξει νέες δεξιότητες. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Σάουρον, τα Ξωτικά άρχισαν να φτιάχνουν τα Δαχτυλίδια της Δύναμης, συμπεριλαμβανομένων των Εννέα Δαχτυλιδιών και των Επτά Δαχτυλιδιών. Τα Τρία Δαχτυλίδια τα έφτιαξε ο Κελεμπρίμπορ μόνος του.