Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα valinor. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα valinor. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το Μονοπάτι των Ονείρων

Το Μονοπάτι των Ονείρων, ήταν ένα μονοπάτι πέρα από το θνητό βασίλειο το οποίο συνέδεε το Valinor και τη Μέση-γη μέσω του ονείρου. To δημιούργησε ο Vala Lorien, ο Κύριος των Ονείρων και των Οραμάτων, κατ' εντολή του Manwe. Mέσω αυτού οι Άνθρωποι μπορούσαν μερικές φορές να πάνε στο Valinor ενώ κοιμούνται. Στην Quenya ονομάζεται Olórë Mallë και σημαίνει ο Δρόμος των Ονείρων.


O Mάνγουε λυπήθηκε πολύ όταν οι Βάλαρ έπρεπε να κρύψουν το Βάλινορ από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαιτίας αυτού και λόγω του ότι ο ερχομός των Ανθρώπων ήταν πολύ κοντά, ζήτησε από τον Ίρμο να δημιουργήσει ένα μονοπάτι από όπου τα πνεύματα των Ξωτικών και των Ανθρώπων θα μπορούσαν να έρχονται στους Κήπους του Λόριεν. Έτσι ο Ίρμο δημιούργησε το Μονοπάτι των Ονείρων, το οποίο ήταν ένας πνευματικός δρόμος στο Βάλινορ, προσβάσιμος μόνο μέσω του μυαλού και των ονείρων. Στο τέλος του υπήρχε μια ψηλή πύλη που έλαμπε χρυσή στο σούρουπο. Η πύλη άνοιγε κι ελικοειδή μονοπάτια οδηγούσαν στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, τους Κήπους του Λόριεν. Ο Ίρμο καθοδηγούσε τα πνεύματά τους μέχρι εκεί, και τα επέστρεφε πίσω στα σώματά τους όταν ερχόταν η ώρα να ξυπνήσουν. Ο ίδιος ωστόσο μπλόκαρε το Μονοπάτι από τους Νόλντορ όταν άφησαν το Βάλινορ, κι ο Mάνγουε διακύρηξε ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξαναεπιστρέψουν.

Οι Λάμπες του Φέανορ

Οι Λάμπες του Fëanor ήταν λάμπες που δημιουργήθηκαν από τον μεγάλο τεχνίτη Fëanor στο Valinor. Περιγράφονται ως κρύσταλλοι "που έβγαζαν ένα καθαρό γαλάζιο φως από μια φλόγα φυλακισμένη σε λευκό κρύσταλλο", ενώ η φλόγα τους δεν μπορούσε να σβήσει από τον άνεμο ή το νερό. Οι Noldor ήταν διάσημοι για τις φλόγες, αλλά δυστυχώς η τέχνη αυτή χάθηκε μαζί τους.

 
Οι μπλε Λάμπες των Νόλντορ εμφανίζονται μόνο σε κείμενα που αφορούν την Πρώτη Εποχή. Αν και δεν είναι ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Φέανορ, αυτές οι Λάμπες φαινόταν να χρησιμοποιούνταν ευρέως από τους Νόλντορ, στο Βάλινορ και αργότερα στο Μπελέριαντ. Ούτε ο άνεμος ούτε η βροχή μπορούσαν να σβήσουν το φως τους, καθιστώντας τες πράγματι χρήσιμες για ταξίδια στην άγρια ​​φύση. Φαίνεται ότι μετά το θάνατο του Φέανορ τα μυστικά της δημιουργίας τους χάθηκαν. 

Βίνγκιλοτ

Το Vingilot, ή Vingilótë ή Wingilótë, ήταν το πλοίο στο οποίο ο Eärendil και η Elwing ταξίδευσαν ως το Aman για να ζητήσουν τη χάρη και τη βοήθεια των Valar. Αυτό το σκάφος λέγεται ότι ήταν το πιο όμορφο που κατασκευάστηκε ποτέ. Ήταν από λευκά ξύλα σημύδας από το Nimbrethil, τα κουπιά του ήταν από χρυσό, τα πανιά του ασημένια και η πλώρη του είχε σχήμα κύκνου. Vingilot σημαίνει "Αφρολούλουδο" στην Quenya.


Μετά τη Μάχη των Αμέτρητων Δακρύων και την Πτώση του Φαλάς, το απομεινάρι των Νόλντορ και των Ανθρώπων συγκεντρώθηκαν γύρω από τα Λιμάνια του Σίριον, άρχοντας των οποίων ήταν ο Εαρέντιλ. Ο Εαρέντιλ προσπάθησε να ταξιδέψει στη Δύση για να αναζητήσει τους γονείς του, τον Τούορ και την Ίντριλ, αλλά και να ζητήσει χάρη από τους Βάλαρ. Για τους σκοπούς αυτούς, ο Εαρέντιλ μαζί με τον Κίρνταν τον Ναυπηγό κατασκεύασαν το Βίνγκιλοτ. Ο Εαρέντιλ ταξίδεψε στο Βίνγκιλοτ ενώ η σύζυγός του, Έλγουινγκ, περίμενε στις εκβολές του Σίριον. Αν και είχε πολλές περιπέτειες, δεν μπορούσε να φτάσει στις όχθες του Βάλινορ. Τέλος, έχοντας ανήσυχα όνειρα σχετικά με την Έλγουινγκ, έσπευσε πίσω στη Μέση-Γη. Έκανε πολύ καλά που βιάστηκε, διότι οι Γιοί του Φέανορ, έχοντας μάθει ότι η Έλγουινγκ κατείχε ένα Σίλμαριλ, έκαναν ξαφνική επίθεση στους εξόριστους και τους πρόσφυγες της Γκοντόλιν και του Ντόριαθ. Παρόλο που οι Μαέδρος και Μάγκλορ κέρδισαν τη μάχη, δεν κατάφεραν να πάρουν το Σίλμαριλ. Η Έλγουινγκ έπεσε στη θάλασσα με το πετράδι στο στήθος της.

Τολ Ερεσσέα

Το Tol Eressëa, το Μοναχικό Νησί, ήταν ένα μεγάλο νησί που βρισκόταν στην ανατολική ακτή του Aman. Το όνομά του μεταφράζεται στην Quenya ως το "Μοναχικό Νησί", διότι βρισκόταν αρχικά στη μέση της Belegaer, μακριά από οποιαδήποτε άλλη γη.


Το Τολ Ερεσσέα  ήταν αρχικά ένα νησί που βρισκόταν στη μέση της Μπελέγκαερ, μακριά από τις ακτές του Άμαν ή της Μέσης-Γης.
Ο Ούλμο το ξερίζωσε και με τη βοήθεια των υπηρετών του το χρησιμοποίησε ως πλωτό νησί για να μεταφέρει τις πρόθυμες τρεις φυλές των Ξωτικών δύο φορές - εμπρός και πίσω - από τη Μέση-Γη έως το Άμαν. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Πορείας των Έλνταρ στο Βάλινορ, ο Όσσε στάλθηκε για να προσεγγίσει τους Λίνταρ, τη γενιά των Έλνταρ που χρονοτριβούσε στις ακτές της Μπελέγκαερ, και έγινε φίλος μαζί τους και τους δίδαξε τη γνώση για τη θάλασσα και τη μουσική της. Όταν ο Ούλμο επέστρεψε με το πλωτό νησί για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς τα δυτικά, ο Όσσε (που αγαπούσε τις ακτές της Μέσης-Γης) δεν επιθυμούσε να χωριστεί με τους φίλους του. Έτσι, έπεισε κάποιους από αυτούς, όπως ο Κίρνταν, να παραμείνουν εκεί, στο Φαλάς και στον Κόλπο του Μπάλαρ.

Ουνγκόλιαντ

H Ungoliant ήταν ένα αρχέγονο ον που πήρε την μορφή μιας γιγαντιαίας αράχνης. Ήταν αρχικά σύμμαχος του Melkor στο Aman, καθώς και για ένα μικρό χρονικό διάστημα στη Μέση-Γη. Ήταν η μητέρα της Shelob, και ως εκ τούτου η παλαιότερη, και η πρώτη αράχνη του νότου, ενδεχομένως ακόμη και η πρώτη αράχνη. Κατοίκησε στο Avathar πριν από την Πρώτη Εποχή. Το όνομά της στην Quenya είναι Ungweliantë, που σημαίνει "Σκοτεινή Αράχνη", ενώ Ungoliant είναι η Sindarin μετάφραση του Quenya ονόματος της.


Η πραγματική προέλευση της Ουνγκόλιαντ είναι άγνωστη. Θεωρείται ότι μπορεί να ήταν μία από τους Μάιαρ, ή κάποιο μικρότερο πνεύμα, το οποίο ο Μέλκορ διέφθειρε από πάρα πολύ καιρό. Λέγεται επίσης ότι ήρθε από το σκοτάδι πάνω από τον ουρανό της Άρντα και ότι έγινε σύμμαχος του Μέλκορ όταν εκείνος πρωτοκοίταξε τον κόσμο με φθόνο. Αυτό που είναι γνωστό είναι ότι, κατά τους Χρόνους των Δέντρων, αρνήθηκε τον Μέλκορ επιθυμώντας να καταβροχθίσει όλο το φως ώστε να ικανοποιήσει το αιώνιο κενό της, κι έζησε ανεξάρτητα στο Άβαθαρ. Ρουφούσε όλο το φως που μπορούσε να βρει και ύστερα το ύφαινε σε μαύρα δίχτυα σκοταδιού, ώσπου κανένα φως πια δεν μπορούσε να φτάσει στο λημέρι της.

Τούορ

Ο Tuor Eladar, γνωστός και ως Ulmondil ("Φίλος του Ulmo" σε Quenya), ήταν Adan του Οίκου του Hador και μεγάλος ήρωας των Ανθρώπων προς τα τέλη της Πρώτης Εποχής. Ήταν ο μόνος γιος του Huor και της Rian, ο σύζυγος της Idril, ο πατέρας του Eärendil και ο ξάδελφος του Túrin Turambar. Ήταν ισχυρός, ψηλός, γενναίος και όμορφος και κληρονόμησε τα χρυσά μαλλιά του Οίκου του Hador. Είχε μεγάλη γνώση και δεξιότητα διότι ανατράφηκε από Ξωτικά. Παρά το γεγονός ότι ήταν Άνθρωπος, είχε επιλεγεί από τον Vala Ulmo ως η τελευταία ελπίδα των Ñoldor μπροστά στον κίνδυνο του αφανισμού από τις δυνάμεις του Morgoth. 


Ο Τούορ
γεννήθηκε τον χειμώνα του 472 της Πρώτης Εποχής μετά την Μάχη των Αμέτρητων Δακρύων, στην οποία σκοτώθηκε ο πατέρας του, ο Χούορ. Μόλις έμαθε ότι η μάχη χάθηκε, η Ρίαν απελπίστηκε και έφυγε απ' το Ντορ-λόμιν ενώ ήταν ακόμα έγκυος στον Τούορ. Θα είχε χαθεί και θα πέθαινε αν δεν ήταν τα Ξωτικά Σίνταρ του Μίθριμ που την έσωσαν και την πήραν στο σπίτι τους στα βουνά του Μίθριμ. Ο Τούορ σύντομα γεννήθηκε και ανατράφηκε από τα Γκρίζα Ξωτικά. Αργότερα, ο αρχηγός τους, ο Άνναελ, είπε στη Ρίαν ότι ο Χούορ χάθηκε στη μάχη. Σύντομα έπεσε σε θλίψη στα είκοσί της χρόνια και πήγε στο Χάουδ-Εν-Ντένγκιν, στο Λόφο της Σφαγής, και βλέποντας τους λόφους των σαπισμένων και απογυμνωμένων απομειναριών, αρρώστησε και πέθανε.

Άμαν

Το Aman (σε Quenya "Ευλογημένο Βασίλειο") ήταν μια ήπειρος που βρισκόταν δυτικά της Μέσης-Γης, πέρα από τον μεγάλο ωκεανό Belegaer. Περιελάμβανε το Valinor, το σπίτι των Valar και των τριών φυλών των Ξωτικών: των Vanyar, μερικών από τους Noldor και μερικών από τους Teleri. Το Tol Eressëa βρισκόταν ακριβώς έξω από την ανατολική ακτή.

 
Μετά την καταστροφή του Άλμαρεν στους πολύ αρχαίους καιρούς της Άρντα, οι Βάλαρ κατέφυγαν στη μεγάλη ήπειρο του Άμαν, στην μακρινή δύση της Άρντα. Η ήπειρος του Άμαν είχε μεγάλους ωκεανούς και στις δύο πλευρές, την Εκκάια στα δυτικά και τη Μπελέγκαερ προς τα ανατολικά. Επιδιώκοντας να απομονωθούν, αλλά και επειδή χρειάζονταν μια άμυνα εναντίον του Μέλκορ, ύψωσαν στην ανατολική ακτή τα Πελόρι, τα ψηλότερα βουνά στη γη, των οποίων το Τανίκουετιλ ήταν το ψηλότερο όλων. Πάνω στην κορυφή αυτή ήταν οι θρόνοι των Μάνγουε και Βάρντα. Επιπλέον τοποθέτησαν τις Μαγεμένες Νήσους στον ωκεανό για να εμποδίσουν τους ταξιδιώτες να φτάσουν στο Άμαν μέσω θαλάσσης.

Μπελέγκαερ

Η Belegaer, η Μεγάλη Θάλασσα, ήταν η θάλασσα της Arda που βρισκόταν δυτικά της Μέσης-Γης. Το όνομα είναι στη Sindarin από τις λέξεις beleg = δυνατός και aer = θάλασσα, ενώ στην Quenya είναι Alatairë και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στην κύρια γραφή.


Πριν τη Δεύτερη Εποχή, η Μπελέγκαερ επεκτάθηκε στο Βορρά απ' το Άνοιγμα του Ίλμεν, όπου μια γέφυρα από πάγο, γνωστή ως Χελκαράξε, ένωνε τη Μέση-Γη με το Άμαν. Η Μπελέγκαερ ήταν στενότερη στο βορρά από ό,τι στο νότο, με το φαρδύτερο μέρος της να είναι κοντά στον ισημερινό της Άρντα.

Νέσσα

H Nessa (στην Quenya "Νέα") ήταν μια Ainu και η χαμηλότερη στην ιεραρχία από τις Valier μεταξύ των Valar. Ήταν σύζυγος του Tulkas και αδερφή του Orome. Ονομαζόταν επίσης "Nessa η Γρήγορη" λόγω της ταχύτητάς της.


Χαρακτηριστικό της Νέσσα ήταν η ταχύτητά της. Ήταν ευκίνητη και γοργοπόδαρη και για αυτό ονομαζόταν "Νέσσα η Γρήγορη". Αγαπούσε τα πλάσματα που κινούνταν γρήγορα, όπως τα ελάφια που την ακολουθούσαν οπουδήποτε και αν πήγαινε, ακόμη και στις άγριες περιοχές του Άμαν, και εκείνη μπορούσε να τα προσπεράσει γρήγορα όπως ένα βέλος. Χαρακτηριστική επίσης ήταν και η χορευτική της ικανότητα, καθώς χόρευε στα καταπράσινα λειβάδια της Βάλιμαρ.

Όρομε

O Oromë (στην Quenya "Φύσημα από Βούκινο" ή "Ήχος από Βούκινα"), που ονομάζεται επίσης Aldaron (στην Quenya "Φύσημα από Βούκινο"), Araw (στη Sindarin "Φύσημα από Βούκινο") ή Arômêz, είναι ένας Ainu, ένας από τους Aratar και ο Vala ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το κυνήγι. Ήταν ο αδελφός της Nessa και ο σύζυγος της Vána. Ήταν επίσης γνωστός ως ο "Κυνηγός των Valar" και ο "Μεγάλος Αναβάτης", ενώ οι Sindar τον αναφέρουν ως Tauron, που σημαίνει "Ο Άρχοντας των Δασών".


Ο Όρομε απολάμβανε να κυνηγά τέρατα και κακά πλάσματα, να καβαλάει το άλογό του Νάχαρ και να φυσάει το μεγάλο βούκινό του, το Βαλαρόμα. Αγαπούσε τα άλογα και τα κυνηγόσκυλα, καθώς και όλα τα δέντρα και τα δάση. 

Ίρμο

O Irmo (στην Quenya "Αυτός που ποθεί" ή "Κύριος των Πόθων") ήταν Ainu και ο Vala που ήταν υπεύθυνος για τη δημιουργία των οραμάτων και των ονείρων. Γνωστός επίσης ως Lorien ή Lurin, όπως λεγόταν και ο τόπος κατοικίας του, ήταν ο σύζυγος της Estë και ο αδερφός του Mandos και της Nienna. Σχετίζεται με την ελπίδα, την έμπνευση, την αγάπη, την επιθυμία, τα όνειρα, τον ύπνο και τα οράματα. 


O Ίρμο μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Βάλα Νάμο (ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός ως Μάντος), ήταν γνωστοί ως οι Fëanturi, οι Κύριοι των Πνευμάτων. Ζούσε με τη σύζυγό του, τη Βάλιε Εστέ, στους Κήπους του Λόριεν στο Βάλινορ, και το μέρος που κατοικούσαν ήταν το ομορφότερο σε όλο το Βάλινορ και είχε πολλούς Μάιαρ. Όλοι οι Άινουρ του Άμαν πήγαιναν στους Κήπους για να ξεκουραστούν από τις έγνοιες της Άρντα, και αντλούσαν φρεσκάδα από τις πηγές του Ίρμο και της Εστέ.

Ίνγκουε

O Ingwë ήταν Vanya, ο βασιλιάς των Vanyar, θείος της συζύγου του Finwë, της Indis, και ο Υψηλός Βασιλιάς των Ξωτικών. Το όνομά του το δανείστηκαν οι Vanyar, οι οποίοι επίσης ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ingwer. Η κατάλληλη ονομασία του, που ήταν επίσης ένας τίτλος από μόνη της, ήταν Ingwë Ingweron, «Αρχηγός των Αρχηγών». Το όνομα Ingwë σημαίνει «Αρχηγός» στην Quenya. 

 
Ο Ίνγκουε ήταν ένα από τα πρώτα δώδεκα Ξωτικά που ξύπνησαν στην Κουιβιένεν, και ένα από τα τρία Ξωτικά, μαζί με τον Έλγουε και τον Φίνγουε, που πρωτοταξίδεψαν στο Άμαν. Ο Ίνγκουε έγινε ο πρώτος των Βάνυαρ που ταξίδεψαν στο Βάλινορ με τον Όρομε. Αγαπώντας την ομορφιά και την ευτυχία που συνάντησε εκεί, επέστρεψε στο λαό του και τους προέτρεψε να κάνουν ένα ταξίδι στο Άμαν. Ο ίδιος και οι συγγενείς του ήταν γοητευμένοι με τους Βάλαρ, και έτσι αποφάσισαν να μην επιστρέψουν στη Μέση-Γη, αντιθέτως έμειναν και έκαναν τον Ίνγκουε βασιλιά τους. Ο πύργος Μίντον Ελνταλιέβα στην Τίριον χτίστηκε προς τιμήν του.


Τίριον

Η Tirion ήταν η πόλη των Noldor στο Valinor, στο Aman. Ήταν εκεί όπου κυβέρνησε ο Finwë και εκεί όπου έζησαν οι γιοι του, Fëanor, Fingolfin και Finarfin. Tirion στην Quenya σημαίνει "παρατηρητήριο".

 
Ο καταπράσινος λόφος του Τούνα βρισκόταν στην κοιλάδα του Καλακίρυα (μεταφράζεται από την Quenya ως «η σχισμή του Φωτός»), το μόνο πέρασμα μέσα από τα βουνά Πελόρι. Πάνω στην κορυφή του λόφου είχαν τα Ξωτικά τη μεγαλύτερη αποικία τους στα δυτικά της θάλασσας. Οι τοίχοι ήταν λευκοί
και άσπρες κρυστάλλινες σκάλες ανέβαιναν από την εύφορη γη στις μεγάλες πύλες, ενώ η άμμος στους δρόμους λέγεται ότι ήταν κόκκοι διαμαντιού. Στο κέντρο της πόλης κυριαρχούσε ο πύργος του Ίνγκουε (ο Mindon Eldaliéva), του οποίου τα ασημένια φανάρια έλαμπαν πέρα μακρυά στη θάλασσα. Κάτω από τον πύργο ήταν το σπίτι του Φίνγουε, του πρώτου Υψηλού Βασιλιά των Νόλντορ. Εκεί, επίσης, ήταν η Μεγάλη Πλατεία, όπου άνθισε το λευκό δέντρο Γκαλαθίλιον, και αργότερα το μέρος όπου έδωσε ο Φέανορ τον περίφημο Όρκο του.

Βάνυαρ

Οι Vanyar (ενικός Vanya) ήταν μία από τις τρεις ομάδες των Υψηλών Ξωτικών, μαζί με τους Noldor και μερικούς από τους Teleri. Περιλαμβάνουν τους περισσότερους από εκείνους που δεν άφησαν το Aman. Ήταν η πρώτη και η μικρότερη φυλή των Ξωτικών και κατά κανόνα είχαν ξανθά μαλλιά. Λίγοι από αυτούς είχαν φανεί ποτέ στη Μέση-Γη, καθώς επέστρεψαν μόνο για τον Πόλεμο της Οργής.


Οι Βάνυαρ είναι οι μεγαλύτεροι των Υψηλών Ξωτικών. Σύμφωνα με το μύθο, η φυλή ιδρύθηκε από τον Ίμιν, το πρώτο Ξωτικό που ξύπνησε στην Κουιβιένεν, την σύζυγό του Ιμίνυε και δώδεκα συντρόφους τους. Σε αυτό το χρονικό διάστημα ονομάζονταν Μίνυαρ (Minyar "Oι Πρώτοι" στην Quenya). Ωστόσο, ήταν ο Ίνγκουε, ο πρώτος Βάνυα που ταξιδέψε με τον Όρομε στο Βάλινορ, εκείνος που έγινε βασιλιάς τους. Ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στο Μπελέριαντ μετά το Μεγάλο Ταξίδι.

Τελέρι

Οι Teleri ήταν η τρίτη από τις φυλές των Ξωτικών που έκαναν το Μεγάλο Ταξίδι για το Valinor. Σε αυτούς άνηκαν οι Teleri του Valinor (γνωστοί ως Falmari), καθώς και οι Sindar, οι Laiquendi και οι Nándor της Μέσης-Γης. Στην αρχή ήταν γνωστοί ως Nelyar ("Οι Τρίτοι"), και αποτελούσαν τον μεγαλύτερο από τους τρεις οίκους των Πρωτογέννητων. Σύμφωνα με τον μύθο, κατάγονται από τον Enel, το τρίτο Ξωτικό που ξύπνησε στην Cuiviénen, τη σύζυγό του Enelyë και τους εβδομήντα δύο συντρόφους του. Οι περισσότεροι από τους Avari αρχικά ανήκαν σε αυτή τη γενιά. Κατά την αρχαία εποχή ονόμασαν τον εαυτό τους Lindar, ή "Τραγουδιστές", επειδή ήταν γνωστοί για την ωραία φωνή τους.

 
Όταν οι Βάλαρ αποφάσισαν να φέρουν τα Ξωτικά στο Άμαν, επέλεξαν τρεις πρεσβευτές. Οι
Ίνγκουε, Φίνγουε και Έλγουε ταξίδεψαν εκεί και προσπάθησαν να πείσουν τους λαούς τους ώστε να κάνουν το ταξίδι. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα της φυλής των Νέλυαρ, αρνήθηκαν, και ονομάστηκαν Αβάρι, "Οι Απρόθυμοι".

Οι Δύο Λάμπες

Οι Δύο Λάμπες, επίσης γνωστές ως Οι Λάμπες των Valar, είναι η Illuin (Γαλάζια σε Quenya), η λάμπα η οποία τοποθετήθηκε στο βορειότερο άκρο της Arda, και η Ormal (Χρυσή) η οποία βρισκόταν στο νοτιότερο άκρο της Arda. Οι Λάμπες καταστράφηκαν έπειτα από βίαιη επίθεση του Melkor, ο οποίος τις έριξε από τα υψώματα και τις έσπασε, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές.


Αφότου οι Βάλαρ εισήλθαν στον κόσμο και επέφεραν την τάξη στις θάλασσες, στη γη και στα βουνά, και αφού υπόταξαν τις φωτιές του Μέλκορ, είδαν ότι ένα θαμπό και ομιχλιασμένο φως κάλυπτε τον κόσμο. Ο Άουλε λοιπόν κατασκεύασε δύο μεγάλες δυνατές λάμπες, την Ίλλουιν και την Όρμαλ, η Βάρντα τις γέμισε με φως και ο Μάνγουε τις καθαγίασε. Εν συνεχεία οι Βάλαρ τις τοποθέτησαν πάνω σε μεγάλα υψώματα. Η Ίλλουιν τοποθετήθηκε στον απώτατο βορρά πάνω στο ύψωμα του Χέλκαρ, ενώ η Όρμαλ στον βαθύτατο νότο, πάνω στο ύψωμα του Ρίνγκολ. Στο μέσον της Μέσης-Γης, εκεί όπου το φως από τις Δύο Λάμπες έσμιγε και η βλάστηση της Γιαβάννα ήταν πλουσιότερη, υπήρχε η Μεγάλη Λίμνη και το νησί του Άλμαρεν, εκεί όπου πρωτοκατοίκησαν οι Βάλαρ.

Νόλντορ

Οι Noldor ήταν η δεύτερη φυλή των Ξωτικών που ήρθαν στο Aman. Ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένοι στις κατασκευές και κέρδισαν πολλή γνώση την οποία μετέδωσαν στους Ανθρώπους μετά την εξορία τους. Ο βασιλιάς τους ήταν αρχικά ο Finwë, τον οποίο δολοφόνησε ο Μorgoth, οδηγώντας έτσι τον γιο του Fëanor να εκδικηθεί για τον θάνατο του πατέρα του αλλά και για την κλοπή των Silmarils, κάνοντας πόλεμο εναντίον του Μorgoth στη Μέση-Γη. Ο πόλεμος των Noldor εναντίον του Μorgoth περιλαμβάνει πολλές από τις ιστορίες της Πρώτης Εποχής.

 
Οι Νόλντορ (στην Quenya σημαίνει "Εκείνοι που έχουν τη Γνώση") είναι η δεύτερη φυλή των Ξωτικών που μετανάστευσαν στο Βάλινορ και έζησαν στο Έλνταμαρ. Οι άλλες δύο φυλές ήταν οι
Βάνυαρ (Vanyar) και οι Τελέρι (Teleri). Οι Νόλντορ αποκαλούνται Golodhrim ή Gódhellim στη Sindarin, και Goldui από τους Τελέρι του Τολ Ερέσσεα. Ο ενικός είναι Noldo και το επίθετο Noldorin. Όπως και οι Tελέρι, είχαν συνήθως γκρίζα μάτια και σκούρα μαλλιά (εκτός από εκείνους που είχαν μέσα τους το αίμα των Βάνυαρ, με πιο γνωστούς εκείνους του Οίκου του Φινάρφιν).

Νούμενορ

Το Númenor ήταν ένα από τα ονόματα της νήσου Elenna, το οποίο αναδύθηκε από τη Μεγάλη Θάλασσα από τους Valar στις αρχές της Δεύτερης Εποχής. Ήταν ένα από τα πιο ισχυρά βασίλεια της Δεύτερης Εποχής, και οι άνθρωποί του, οι Númenóreans, καθώς και οι απόγονοί τους, είχαν σημαντική επιρροή στα γεγονότα της Τρίτης Εποχής. Το Númenor ήταν ένα βασίλειο-νησί των Ανθρώπων στη Δεύτερη Εποχή. Ήταν ένα δώρο από τους Valar στους Edain οι οποίοι αγωνίστηκαν μαζί με τα Ξωτικά εναντίον του Morgoth. Το Númenor είχε μεγάλο πολιτισμό, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι Númenóreans άρχισαν να εποφθαλμιούν την αθανασία. Παροτρυμένος από τον Sauron, ο βασιλιάς Ar-Pharazon προσπάθησε να κατακτήσει τους Αθάνατους Τόπους. Το Númenor καταστράφηκε και βυθίστηκε στη θάλασσα. Οι Πιστοί επέζησαν και πήγαν στη Μέση-Γη με επικεφαλής τον Elendil και ίδρυσαν τα βασίλεια της Gondor και της Arnor.


Το Nούμενορ ήταν ένα νησί στη Μεγάλη Θάλασσα ανοικτά των δυτικών ακτών της Μέσης-Γης. Στα δυτικά του Nούμενορ βρίσκονταν οι Αθάνατοι Τόποι, οι οποίοι αποτελούσαν ακόμα μέρος του κόσμου στη Δεύτερη Εποχή. Το Nούμενορ ήταν κάπως πιο κοντά στους Αθάνατους Τόπους απ' ότι στη Μέση-Γη. Εκμεταλλευόμενος μια καλή ημέρα στο Nούμενορ, κάποιος με κοφτερή ματιά θα μπορούσε να δει την πόλη του Αβαλόνε στο Τολ Ερεσσέα.