H Μoria (αρχικά γνωστή ως Khazad-dûm και Dwarrowdelf) ήταν η μεγαλειώδης υπόγεια πόλη των Νάνων κάτω από τα Misty Mountains. Ιδρυμένη από τον Durin the Deathless, υπήρξε το ωραιότερο και το πιο διάσημο από τα βασίλεια των Νάνων και για χιλιάδες χρόνια υπήρξε μια ακμάζουσα κοινότητα, οι κάτοικοι της οποίας δημιούργησαν τη μεγαλύτερη πόλη που υπήρξε ποτέ. Η πόλη εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια της Τρίτης Εποχής όταν οι Νάνοι, σκάβοντας όλο και βαθύτερα για να βρουν χρυσάφι και Mithril, ξύπνησαν κατά λάθος ένα Balrog. Αιώνες αργότερα επανακτήθηκε μόνιμα από τους Νάνους. Μoria σημαίνει "Μαύρο Χάσμα" στη Sindarin. Άλλα ονόματα που είχε ήταν Mines of Μoria και Halls of Durin.
Η Μόρια, ή όπως ήταν γνωστή στις αρχαίες ημέρες Καζάντ-ντούμ, ιδρύθηκε από τον Ντούριν τον Αθάνατο, τον πρώτο από τους Επτά Πατέρες των Νάνων. Ο Ντούριν ξύπνησε στο Όρος Γκούνταμπαντ, στα Ομιχλιασμένα Βουνά, στα Χρόνια των Δέντρων, και ήρθε σε μια λαμπερή λίμνη κάτω από το βουνό Κελέμπντιλ, όπου είδε ένα στέμμα από αστέρια να αντανακλάται στα νερά της. Την ονόμασε Κέλεντ-ζάραμ και από τότε ήταν ένα μέρος που έχαιρε σεβασμού από τους Νάνους. Στις σπηλιές πάνω από τη λίμνη, ο λαός του Ντούριν έχτισε τη Μόρια, την γεμάτη σήρραγες πόλη, σκαλίζοντάς τη στον βράχο των ίδιων των βουνών.
Η Μόρια, ή όπως ήταν γνωστή στις αρχαίες ημέρες Καζάντ-ντούμ, ιδρύθηκε από τον Ντούριν τον Αθάνατο, τον πρώτο από τους Επτά Πατέρες των Νάνων. Ο Ντούριν ξύπνησε στο Όρος Γκούνταμπαντ, στα Ομιχλιασμένα Βουνά, στα Χρόνια των Δέντρων, και ήρθε σε μια λαμπερή λίμνη κάτω από το βουνό Κελέμπντιλ, όπου είδε ένα στέμμα από αστέρια να αντανακλάται στα νερά της. Την ονόμασε Κέλεντ-ζάραμ και από τότε ήταν ένα μέρος που έχαιρε σεβασμού από τους Νάνους. Στις σπηλιές πάνω από τη λίμνη, ο λαός του Ντούριν έχτισε τη Μόρια, την γεμάτη σήρραγες πόλη, σκαλίζοντάς τη στον βράχο των ίδιων των βουνών.


