Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sindarin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sindarin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νούμενορ

Το Númenor ήταν ένα από τα ονόματα της νήσου Elenna, το οποίο αναδύθηκε από τη Μεγάλη Θάλασσα από τους Valar στις αρχές της Δεύτερης Εποχής. Ήταν ένα από τα πιο ισχυρά βασίλεια της Δεύτερης Εποχής, και οι άνθρωποί του, οι Númenóreans, καθώς και οι απόγονοί τους, είχαν σημαντική επιρροή στα γεγονότα της Τρίτης Εποχής. Το Númenor ήταν ένα βασίλειο-νησί των Ανθρώπων στη Δεύτερη Εποχή. Ήταν ένα δώρο από τους Valar στους Edain οι οποίοι αγωνίστηκαν μαζί με τα Ξωτικά εναντίον του Morgoth. Το Númenor είχε μεγάλο πολιτισμό, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι Númenóreans άρχισαν να εποφθαλμιούν την αθανασία. Παροτρυμένος από τον Sauron, ο βασιλιάς Ar-Pharazon προσπάθησε να κατακτήσει τους Αθάνατους Τόπους. Το Númenor καταστράφηκε και βυθίστηκε στη θάλασσα. Οι Πιστοί επέζησαν και πήγαν στη Μέση-Γη με επικεφαλής τον Elendil και ίδρυσαν τα βασίλεια της Gondor και της Arnor.


Το Nούμενορ ήταν ένα νησί στη Μεγάλη Θάλασσα ανοικτά των δυτικών ακτών της Μέσης-Γης. Στα δυτικά του Nούμενορ βρίσκονταν οι Αθάνατοι Τόποι, οι οποίοι αποτελούσαν ακόμα μέρος του κόσμου στη Δεύτερη Εποχή. Το Nούμενορ ήταν κάπως πιο κοντά στους Αθάνατους Τόπους απ' ότι στη Μέση-Γη. Εκμεταλλευόμενος μια καλή ημέρα στο Nούμενορ, κάποιος με κοφτερή ματιά θα μπορούσε να δει την πόλη του Αβαλόνε στο Τολ Ερεσσέα.

Οι Πόρτες του Ντούριν

Οι Πόρτες του Durin, επίσης γνωστές ως Δυτική Πύλη ή Δυτική Πόρτα της Moria, ήταν χτισμένες μέσα στα τείχη της Moria στους σκοτεινούς λόφους του Celebdil, και αποτελούσαν την δυτική είσοδο στη μεγάλη πόλη των Νάνων, το Khazad-dum.


Η κύρια είσοδος του Καζάντ-Ντούμ ήταν οι Μεγάλες Πύλες στην Κοιλάδα του Ντίμριλ, ανατολικά των Ομιχλιασμένων Βουνών. Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Εποχής, αποφασίστηκε να ανοιχτεί ένα πέρασμα στη δυτική πλευρά του Κελέμπντιλ, το οποίο θα ευνοούσε την επικοινωνία και την συνεργασία μεταξύ των Ξωτικών και των Νάνων. Η Πόρτα των Ξωτικών κατασκευάστηκε σε συνεργασία μεταξύ των Νάνων και των Ξωτικών, κάποια στιγμή μεταξύ του 750 και του 1500 της Δεύτερης Εποχής. Το Ξωτικό και Άρχοντας του Ερέγκιον, ο Κελεμπρίμπορ, και ο Νάνος Νάρβι που έχτισαν τις Πόρτες, ήταν οι δύο μεγαλύτεροι τεχνίτες της Δεύτερης Εποχής. Αυτές ήταν οι ημέρες πριν από τα σκοτεινά χρόνια της κυριαρχίας του Σάουρον στη Μέση-γη, και οι φιλικοί δεσμοί μεταξύ των βασιλείων των Ξωτικών και των Νάνων ήταν ένα σπάνιο και ξεχωριστό γεγονός. Κατά τη διάρκεια αυτής της ειρηνικής εποχής οι πόρτες ήταν ανοιχτές, επιτρέποντας το εμπόριο. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Ξωτικών και του Σάουρον (το 1697) οι πόρτες ήταν σφραγισμένες αφότου το Χόλιν κυριεύτηκε από τις δυνάμεις του Σάουρον.

Οι Γλώσσες

Quenya

Η αρχαία γλώσσα κοινή σε όλα τα Ξωτικά στη μορφή που πήρε στο Βάλινορ. Μεταφέρθηκε στη Μέση-γη από τους εξόριστους Νόλντορ, που όμως την άφησαν από καθημερινή τους γλώσσα, ιδίως μετά την διαταγή του βασιλιά Θίνγκολ που απαγόρευσε τη χρήση της. Αναφέρεται επίσης και με άλλες εκφράσεις όπως: Υψηλή Γλώσσα των Έλνταρ, Υψηλή Γλώσσα των Ξωτικών, Γλώσσα του Βάλινορ, η Γλώσσα των Ξωτικών του Βάλινορ, η Γλώσσα των Νόλντορ, η Υψηλή Γλώσσα της Δύσης.


Η Quenya τυπικά γραφόταν με τα Tengwar του Φέανορ. Χρησιμοποιούταν επίσης μια παλαιότερη γραφή, η Σαράτι του Ρούμιλ. Από τις τρεις φυλές των Ξωτικών στο Άμαν, οι Νόλντορ και οι Βάνυαρ μιλούσαν ελαφρώς διαφορετικά. Η λέξη Quenya, ωστόσο, συνήθως αναφέρεται στην Quenya των Νόλντορ (Noldorin Quenya), από τη στιγμή που ήταν η μόνη διάλεκτος Quenya που ομιλούταν στη Μέση-Γη. Η γλώσσα υιοεθετήθηκε επίσης από τους Βάλαρ, οι οποίοι έκαναν μερικές νέες εισαγωγές από τη δική τους γλώσσα, αν και αυτές οι λέξεις είναι πιο πολλές συη διάλεκτο των Βάνυαρ απ' ό,τι σε αυτή των Νόλντορ. Πιθανώς αυτό να οφείλεται στη στενή σχέση που είχαν οι Βάλαρ με τους ΒάνυαρΗ τρίτη φυλή στο Άμαν, οι Τελέρι, μιλούσαν μια διαφορετική, αρκετά συγγενική γλώσσα, την Τελέριν, αν και αυτή φάνηκε σε κάποιους ως διάλεκτος της Quenya, το οποίο ήταν αναληθές από ιστορικής άποψης, εύλογο όμως από γλωσσικής πλευράς. Οι γλώσσες δεν μοιράζονταν κοινή ιστορία, έμοιαζαν όμως πάρα πολύ.