Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα valar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα valar. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανκάλαγκον

Ο Ancalagon, γνωστός κι ως Ancalagon ο Μαύρος, ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους φτερωτούς Δράκους. Είχε ανατραφεί από τον Morgoth στην Πρώτη Εποχή και ήταν ο μεγαλύτερος και πιο δυνατός Δράκος που υπήρξε ποτέ στη Μέση-Γη. Το όνομα Ancalagon σημαίνει "Γρήγορα Σαγόνια" στη Sindarin.


Αφότου ο Εαρέντιλ έκανε το ταξίδι στο Βάλινορ για να παρακαλέσει τους Βάλαρ να βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον του Μόργκοθ και να σώσουν τα Ξωτικά και τους Εντάιν, ο Στρατός του Βάλινορ πολέμησε τον Μόργκοθ στον Πόλεμο της Οργής και διέλυσε τους στρατούς του. Αντιμετωπίζοντας την τελική ήττα, ο Μόργκοθ εξαπέλυσε το τελευταίο και σπουδαιότερό του όπλο: μια ομάδα φτερωτών Δράκων, με επικεφαλής τον Ανκάλαγκον τον Μαύρο. Οι Δράκοι κατέβηκαν μέσα σε μια θύελλα από βροντές, αστραπές και φωτιά, αναγκάζοντας τις δυνάμεις των Βάλαρ να οπισθοχωρήσουν. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Εαρέντιλ που ήταν στο πλοίο του, το Βίνγκιλοτ, συνοδευόμενος από τους Αετούς του Μάνγουε, με επικεφαλής τον Θορόντορ. Η μάχη στον αέρα κράτησε μια μέρα και μια νύχτα. Πριν από την αυγή, ο Εαρέντιλ σκότωσε τον Ανκάλαγκον και το σώμα του Δράκου έπεσε από τον ουρανό καταστρέφοντας τους πύργους των Θανγκορόντριμ πάνω από την Άνγκμπαντ. Ο θάνατος του Ανκάλαγκον σήμανε τον θάνατο των περισσότερων Δράκων, καθώς και την ήττα του Μόργκοθ.

Ράνταγκαστ

O Radagast ο Καφετής, που ονομάζεται επίσης Aiwendil, ήταν ένας από τους πέντε Μάγους, ή Istari. Ήταν καλός φίλος του Gandalf του Γκρίζου, τον οποίο βοηθούσε περιστασιακά. Ήταν σοφότερος από κάθε άλλον σε οτιδήποτε αφορούσε βότανα, φυτά και ζώα, ενώ λέγεται ότι μιλούσε τις γλώσσες των πουλιών. Ασχολήθηκε κυρίως με την ευημερία του φυτικού και ζωικού κόσμου και έτσι δεν συμμετείχε έντονα στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, μετά το πέρας του οποίου η μοίρα του δεν είναι γνωστή. Radagast σημαίνει "Φροντιστής των Ζώων" στην Adûnaic, ενώ Aiwendil σημαίνει "Φίλος των Πουλιών" στην Quenya.

 
Ο Ράνταγκαστ, ονομαζόμενος αρχικά Αιγουέντιλ που σημαίνει "Φίλος των Πουλιών", ήταν ένας Μάια της Γιαβάννα. Στο Βάλινορ, τη γη των Βάλαρ, συγκλήθηκε ένα συμβούλιο από τον Μάνγουε, τον αρχηγό των Βάλαρ, λίγο μετά την ήττα του Σάουρον από την Τελευταία Συμμαχία των Ξωτικών και των Ανθρώπων. Αν και ο Σάουρον ηττήθηκε, αργότερα αποδείχθηκε ότι δεν είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά, ώστε ανακτώντας τις δυνάμεις του, η σκιά του άρχισε να πέφτει στη Μέση-Γη για δεύτερη φορά. Αποφασίστηκε τότε από τους Βάλαρ να στείλουν πέντε απεσταλμένους στη Μέση-Γη για να βοηθήσουν τους Ανθρώπους και τα Ξωτικά. Εκτός από τον Αιγουέντιλ, οι άλλοι τέσσερις που επιλέχθηκαν ήταν ο Ολόριν (Γκάνταλφ), ο Κούρουμο (Σάρουμαν) και οι Άλαταρ και Παλλάντο (οι Γαλάζιοι Μάγοι).

Βίνγκιλοτ

Το Vingilot, ή Vingilótë ή Wingilótë, ήταν το πλοίο στο οποίο ο Eärendil και η Elwing ταξίδευσαν ως το Aman για να ζητήσουν τη χάρη και τη βοήθεια των Valar. Αυτό το σκάφος λέγεται ότι ήταν το πιο όμορφο που κατασκευάστηκε ποτέ. Ήταν από λευκά ξύλα σημύδας από το Nimbrethil, τα κουπιά του ήταν από χρυσό, τα πανιά του ασημένια και η πλώρη του είχε σχήμα κύκνου. Vingilot σημαίνει "Αφρολούλουδο" στην Quenya.


Μετά τη Μάχη των Αμέτρητων Δακρύων και την Πτώση του Φαλάς, το απομεινάρι των Νόλντορ και των Ανθρώπων συγκεντρώθηκαν γύρω από τα Λιμάνια του Σίριον, άρχοντας των οποίων ήταν ο Εαρέντιλ. Ο Εαρέντιλ προσπάθησε να ταξιδέψει στη Δύση για να αναζητήσει τους γονείς του, τον Τούορ και την Ίντριλ, αλλά και να ζητήσει χάρη από τους Βάλαρ. Για τους σκοπούς αυτούς, ο Εαρέντιλ μαζί με τον Κίρνταν τον Ναυπηγό κατασκεύασαν το Βίνγκιλοτ. Ο Εαρέντιλ ταξίδεψε στο Βίνγκιλοτ ενώ η σύζυγός του, Έλγουινγκ, περίμενε στις εκβολές του Σίριον. Αν και είχε πολλές περιπέτειες, δεν μπορούσε να φτάσει στις όχθες του Βάλινορ. Τέλος, έχοντας ανήσυχα όνειρα σχετικά με την Έλγουινγκ, έσπευσε πίσω στη Μέση-Γη. Έκανε πολύ καλά που βιάστηκε, διότι οι Γιοί του Φέανορ, έχοντας μάθει ότι η Έλγουινγκ κατείχε ένα Σίλμαριλ, έκαναν ξαφνική επίθεση στους εξόριστους και τους πρόσφυγες της Γκοντόλιν και του Ντόριαθ. Παρόλο που οι Μαέδρος και Μάγκλορ κέρδισαν τη μάχη, δεν κατάφεραν να πάρουν το Σίλμαριλ. Η Έλγουινγκ έπεσε στη θάλασσα με το πετράδι στο στήθος της.

Τολ Ερεσσέα

Το Tol Eressëa, το Μοναχικό Νησί, ήταν ένα μεγάλο νησί που βρισκόταν στην ανατολική ακτή του Aman. Το όνομά του μεταφράζεται στην Quenya ως το "Μοναχικό Νησί", διότι βρισκόταν αρχικά στη μέση της Belegaer, μακριά από οποιαδήποτε άλλη γη.


Το Τολ Ερεσσέα  ήταν αρχικά ένα νησί που βρισκόταν στη μέση της Μπελέγκαερ, μακριά από τις ακτές του Άμαν ή της Μέσης-Γης.
Ο Ούλμο το ξερίζωσε και με τη βοήθεια των υπηρετών του το χρησιμοποίησε ως πλωτό νησί για να μεταφέρει τις πρόθυμες τρεις φυλές των Ξωτικών δύο φορές - εμπρός και πίσω - από τη Μέση-Γη έως το Άμαν. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Πορείας των Έλνταρ στο Βάλινορ, ο Όσσε στάλθηκε για να προσεγγίσει τους Λίνταρ, τη γενιά των Έλνταρ που χρονοτριβούσε στις ακτές της Μπελέγκαερ, και έγινε φίλος μαζί τους και τους δίδαξε τη γνώση για τη θάλασσα και τη μουσική της. Όταν ο Ούλμο επέστρεψε με το πλωτό νησί για να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς τα δυτικά, ο Όσσε (που αγαπούσε τις ακτές της Μέσης-Γης) δεν επιθυμούσε να χωριστεί με τους φίλους του. Έτσι, έπεισε κάποιους από αυτούς, όπως ο Κίρνταν, να παραμείνουν εκεί, στο Φαλάς και στον Κόλπο του Μπάλαρ.

Πελόρι

Τα Pelóri, γνωστά και ως Βουνά του Aman και Βουνά της Άμυνας, ήταν τα βουνά-φράχτες του Aman. Η ψηλότερη κορυφή τους ήταν το Taniquetil, πάνω στο οποίο ζούσε ο Manwe με την Varda. Τέθηκαν από τους Valar ως άμυνα στα δεινά του Melkor, αφότου εκείνος κατέστρεψε την αρχική τους κατοικία στο Almaren. Το όνομα Pelóri μεταφράζεται στην Quenya ως "Τα Υψώματα-Φράχτες ή τα Αμυντικά Υψώματα".

 
Τα Πελόρι ήταν τα ψηλότερα όλων των βουνών, και το ψηλότερο αυτών ήταν το Τανίκουετιλ, πάνω στο οποίο βρίσκονταν τα υψηλά δώματα του Μάνγουε και της Βάρντα. Πίσω τους προς τη Δύση, έλαμπε το Φως των Δέντρων, αλλά οι στενές ακτές κάτω από τους ανατολικούς πρόποδες ήταν στο σκοτάδι. Το δεύτερο ψηλότερο βουνό των Πελόρι ήταν το Χυαρμέντιρ, πάνω από το Άβαθαρ.

Ουτούμνο

To Utumno ("Κάτω Κόσμος" σε Quenya) ή Udûn ("Κόλαση" σε Sindarin), ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο των φρουρίων του Melkor στο μακρινό Βορρά της Μέσης-Γης που δημιουργήθηκε στις αρχαίες μέρες. Ήταν το σπίτι για τις στρατιές των δαιμόνων, των έκπτωτων Ainur που συμμάχησαν με τον Melkor, και πολλών τεράτων που έγιναν σε παρωδία των φυσικών πλασμάτων και όντων της Μέσης-Γης. Το Utumno είχε πολλές εκατοντάδες μπουντρούμια, βαθιές αίθουσες φωτιάς και πάγου, αλλά και σπήλαια, σήραγγες και δωμάτια, επιτρέποντας πολλά πράγματα να παραμένουν κρυφά και μυστικά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. 

 
Το Ουτούμνο χτίστηκε από τον Μέλκορ μετά τον πρώτο του εκδιωγμό από την Άρντα, όταν ο κόσμος ήταν νέος. Αν και οι Βάλαρ είχαν δημιουργήσει
εκείνο τον καιρό τις Δύο Λάμπες και η Άρντα ήταν λουσμένη στο φως, το οχυρό του Μέλκορ χτίστηκε κάτω από τα Σιδερένια Βουνά, βαθιά μέσα στη γη, εκεί όπου το φως της Ίλλουιν και της Όρμαλ ήταν αδύναμο και κρύο. Παρόλο που οι Βάλαρ δεν ήξεραν τίποτα ακόμη γι' αυτό, η κακία του Μέλκορ ξεχύθηκε από εκεί και η Άνοιξη της Άρντα δεν άντεξε. Εκεί συγκεντρώθηκαν όλες οι κακές δυνάμεις του κόσμου με αρχηγό τον Άρχοντα του Σκότους. Ο αριθμός τους ήταν τεράστιος και ο Μέλκορ διαστρέβλωσε πολλά όμορφα πράγματα δίνοντάς τους τρομακτικές και φοβερές μορφές. Τα μεγαλύτερα δεινά του κόσμου εξετράφησαν σε αυτόν τον τόπο. Κακά πνεύματα, φαντάσματα, βρικόλακες και δαίμονες παραμόνευαν στις αίθουσες του Ουτούμνο και στοίχειωναν τα γύρω δάση. Όλα ήταν υπό την εξουσία του Μέλκορ και των έκπτωτων Μάιαρ υπηρετών του, τον Μπάλρογκ Γκόθμογκ και τον Σάουρον. Ήταν εκεί όπου, μετά από βασανισμό και ακρωτηριασμό αιχμάλωτων Ξωτικών, δημιουργήθηκαν τα πρώτα Όρκς ως παρωδία των Πρωτογέννητων

Σελήνη

H Σελήνη είναι ένα ουράνιο σώμα που φαινόταν στον ουρανό της Arda τη νύχτα. Δημιουργήθηκε από τον Vala Aulë, καθότι ο ίδιος κατασκεύασε ένα σκάφος για να μεταφέρει τη λάμψη του τελευταίου λουλουδιού του Telperion, του Ασημένιου Δέντρου που ήταν το γηραιότερο των Δύο Δέντρων του Valinor. Ο Maia Tilion, ένας κυνηγός της Ομάδας του Vala Oromë, επιλέχθηκε για να καθοδηγήσει το σκάφος της Σελήνης. Το Φεγγάρι, που ήταν συνδεδεμένο με το αρσενικό γένος, είχε διάφορα ονόματα ανάμεσα στα Ξωτικά. Λεγόταν Isil ("Γυαλιστερός") στην Quenya από τους Vanyar, Ithil ("Το Φεγγάρι") ήταν η κοινή ονομασία για τη Σελήνη στη Sindarin, και Rána ("O Περιπλανώμενος") από τους Ñoldor.


Η πρώτη ανατολή του φεγγαριού ήταν ακριβώς στο άκρο μιας νέας εποχής, το έτος 1 της Πρώτης Εποχής των Χρόνων του Ηλίου. Τα Ξωτικά έδιναν μεγαλύτερη αξία στη Σελήνη από ό,τι στον Ήλιο, τόσο επειδή προήλθε από το Γηραιότερο Δέντρο, αλλά κι επειδή δημιουργήθηκε πρώτη, διότι για εκείνα ο Ήλιος ήταν σημάδι της Αφύπνισης των Ανθρώπων. Αφότου η Ουνγκόλιαντ σκότωσε το Ασημένιο Δέντρο του Βάλινορ, η Γιαβάννα πήρε το τελευταίο λουλούδι του και ο Άουλε κατασκεύασε ένα πλοίο για να το μεταφέρει. Στη συνέχεια, με τον Τίλιον καθοδηγητή, ο Ίσιλ στάλθηκε στον ουρανό για να δώσει το φως του στην Άρντα.

Ήλιος

Ο Ήλιος, η πηγή φωτός της ημέρας, ανέτειλε στην Ανατολή της Μέσης-Γης και έδυε στη Δύση. Ήταν μια ουράνια δημιουργία του Vala Aulë, καθότι ο ίδιος κατασκεύασε ένα σκάφος για να μεταφέρει τη λάμψη του τελευταίου καρπού της Laurelin, του Χρυσού Δέντρου. Το πλοίο του Ήλιου καθοδηγήθηκε από την Arien, μια Maia της Vána. Ο Ήλιος ονομαζόταν Vása ("Αναλωτής") από τους Ñoldor, Anar ("Χρυσή Φωτιά") από τους Vanyar, ενώ Anor είναι η Sindarin απόδοση του "Anar" και χρησιμοποιoύταν πιο συχνά στην Μέση-Γη

 
Στα Χρόνια των Δέντρων, το Βάλινορ φωτιζόταν για πολλές χιλιάδες χρόνια από το φως των Δύο Δέντρων, του ασημένιου Τελπέριον και της Χρυσής Λαουρέλιν. Όταν τα Δέντρα καταστράφηκαν από τον Μέλκορ και την Ουνγκόλιαντ, η Άρντα βυθίστηκε στο σκοτάδι, ωστόσο, με τη δύναμη της Νιέννα και της Γιαβάννα, η Λαουρέλιν έδωσε ένα τελευταίο φλογερό φρούτο προτού πεθάνει. Αυτός ο λαμπερός χρυσός καρπός τοποθετήθηκε σε ένα σκάφος που κατασκεύασε ο Άουλε και κατευθυνόταν στους Ουρανούς από την Άριεν.
Υπάρχουν αναφορές στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ότι ο Ήλιος είναι θηλυκού γένους, με τα Ξωτικά και τα Χόμπιτς να αναφέρονται σε εκείνον ως "αυτή".

Τίλιον

O Tilion ("Κερασφόρος" στην Quenya) ήταν ένας Maia και ο Φύλακας της Σελήνης.


Ο Τίλιον αρχικά ήταν ένας Μάια και κυνηγός με την Ομάδα του Όρομε, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο πήγαινε συχνά στους Κήπους του Λόριεν και ξεκουραζόταν κάτω από το ασημένιο φως του Τελπέριον. Αγαπούσε το ασήμι (ακόμη και το τόξο του ήταν ασημένιο) και παρακάλεσε να του δοθεί η φροντίδα της Σελήνης, και οι Βάλαρ του ανέθεσαν το έργο αυτό. Λέγεται ότι ήταν λιγότερο ισχυρός από την Άριεν, τη Μάια που επιλέχθηκε να καθοδηγεί τον Ήλιο. Όσο ήταν στο Βάλινορ πήρε μορφή παρόμοια με εκείνη των Βάλαρ, αλλά όταν έφυγε ήταν μια "γυμνή λάμψη φωτός, που έλαμπε στην πληρότητα του μεγαλείου του".  

Άριεν

H Arien ήταν μια Maia και η Φύλακας του Ήλιου. Αρχικά ήταν πνεύμα φωτιάς και λέγεται ότι τα μάτια της ήταν πάρα πολύ λαμπερά για να τα κοιτάξουν ακόμη και οι Eldar. Άλλα ονόματα που είχε προγενέστερα ήταν Urien και Urwendi που και τα δύο σημαίνουν "Κόρη της Φωτιάς". Arien σημαίνει "Κόρη του Ηλιόφωτος" στην Quenya.


Η Άριεν ήταν Μάια που υπηρετούσε την Βάνα, προτού της ανατεθεί να μεταφέρει το πλοίο του Ήλιου. Αρχικά ένα πνεύμα φωτιάς το οποίο ο Μέλκορ δεν ήταν σε θέση να διαφθείρει ούτε να το παρασύρει στις υπηρεσίες του. Στα Χρόνια των Δέντρων, η Άριεν φρόντιζε τα χρυσά λουλούδια στους κήπους της Βάνα και τα πότιζε με μεγάλη φωτεινή δροσιά που συνέλλεγε από την Λαουρέλιν, το μεγάλο Χρυσό Δέντρο. Αργότερα, η Άριεν επιλέχθηκε από τους Βάλαρ να μεταφέρει το πλοίο του Ήλιου, επειδή ήταν η μόνη που δεν φοβόταν και μπορούσε να αντέξει την θερμότητα της Λαουρέλιν χωρίς να πάθει τίποτα. Όσο ήταν στο Βάλινορ, η Άριεν πήρε φυσική μορφή παρόμοια με εκείνη των Βάλαρ, αλλά όταν άφησε το Βάλινορ έγινε μια "γυμνή φλόγα φωτιάς, τρομερή στην πληρότητα του μεγαλείου της".

Όσσε

O Ossë ήταν Maia στις υπηρεσίες του Vala Ulmo, του Άρχοντα των Υδάτων, με τον οποίο μπήκανε μαζί στα νερά της Arda, και φρουρούσε τα ύδατα γύρω απ' τη Μέση-Γη. Ήταν σύζυγος της Maia Uinen και φίλος των Teleri και των Sindar. Ossë σημαίνει "Τρόμος" στην Quenya, ενώ το όνομά του στην Sindarin ήταν Gaerys.


O Όσσε ήταν ένας Μάια στις υπηρεσίες του Ούλμο. Ποτέ δεν τέθηκε στα βάθη των θαλασσών, όπως έκανε ο κύριός του, αλλά ήταν λάτρης της αγριότητας και της παλίρροιας κατά μήκος των ακτών της γης. Η Ούινεν ήταν η σύζυγός του και ήταν κι εκείνη στις υπηρεσίες του Ούλμο. Ο Όσσε ήταν φίλος του Κίρνταν του Ναυπηγού, των Τελέρι και των Σίνταρ της Μέσης-Γης, και εκείνοι του απέδιδαν τιμές ισάξιες με των Βάλαρ. Η φιλική σχέση αυτή ξεκίνησε όταν οι Σίνταρ βρίσκονταν ακόμη στις ακτές της Μέσης-Γης, περιμένοντας τον αρχηγό τους.

Η Μοίρα του Μάντος

Η Μοίρα του Mandos, που ονομάζεται επίσης η Μοίρα των Noldor, η Κατάρα του Mandos και η Προφητεία του Βορρά, ήταν η απόφαση των Valar (που πιστεύεται ότι ειπώθηκε προσωπικά από τον Mandos) που δόθηκε στους Noldor στα εδάφη του Araman βόρεια του Valinor, ως προειδοποίηση της θλίψης που θα ερχόταν πάνω τους αν συνέχιζαν την εξέγερσή τους ενάντια στους Valar και δεν μετανοούσαν για την Αδελφοκτονία που διέπραξαν στους αθώους Τeleri του Alqualondë στο Eldamar.


Μετά την Αδελφοκτονία στο Αλκουαλόντε, οι Νόλντορ έφτασαν στο έρημο Άραμαν. Ξαφνικά είδαν μια σκοτεινή μορφή να στέκεται ψηλά, πάνω σ' ένα βράχο. Λέγεται πως ήταν ο ίδιος ο Μάντος και όχι κάποιος μικρότερος αγγελιαφόρος του Μάνγουε, και με φωνή δυνατή, σοβαρή και φοβερή τους είπε:

Έλγουινγκ

H Elwing, επίσης γνωστή ως Elwing η Λευκή, ήταν η κόρη του Dior και της Nimloth, εγγονή του Beren και της Luthien και η μικρότερη αδελφή των διδύμων Eluréd και Elurín. Ήταν η σύζυγος του Eärendil του Ναυτικού και η μητέρα του Elrond και του Elros. Λέγεται ότι μπορούσε να μιλήσει με τα πουλιά και να πάρει τη μορφή κύκνου. Το όνομα Elwing σημαίνει "Αστροσταλίδα".


Όταν η Έλγουινγκ ήταν πολύ νέα, ο πατέρας της κληρονόμησε το θρόνο του Ντόριαθ μαζί με το Σίλμαριλ που ανακτήθηκε από τον διάσημο παππού της τον Μπέρεν, έναν Άνθρωπο των Εντάιν, και τη γιαγιά της, την Λούθιεν του Ντόριαθ. Τότε, εκείνη και οι δίδυμοι αδελφοί της, Ελουρέντ και Ελουρίν, μετακόμισαν με τους γονείς τους, τον Ντίορ και τη Νίμλοθ, στις σπηλιές του Μένεγκροθ στο Ντόριαθ. Το 506 της Πρώτης Εποχής, οι Γιοί του Φέανορ, οδηγούμενοι από τον τρομερό όρκο τους, επιτέθηκαν στο Μένεγκροθ και σκότωσαν τους γονείς της (τον Βασιλιά και τη Βασίλισσα του Ντόριαθ). Στη συνέχεια έπιασαν τους μεγαλύτερους αδερφούς της και τους άφησαν στο δάσος να πεθάνουν. Η ίδια γλύτωσε τη Δεύτερη Αδελφοκτονία και διέφυγε με το Σίλμαριλ για τα Λιμάνια του Σίριον. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Εαρέντιλ και γέννησε τους διδύμους Έλροντ και Έλρος.