Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα morgoth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα morgoth. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Πτώση της Γκοντόλιν

Η Πτώση της Gondolin ήταν η μάχη μεταξύ των δυνάμεων της Gondolin, υπό τον Βασιλιά Turgon, και του Morgoth, αφότου ο Maeglin πρόδωσε την κρυμμένη θέση της πόλης στον εχθρό, ο οποίος σχεδίαζε την επίθεση για πολλά χρόνια προτού τελικά εξαπολύσει τους στρατούς του στα απροετοίμαστα Ξωτικά. Η μάχη αυτή στοίχισε τις ζωές των περισσότερων Gondolindrim, του Turgon και του στρατού του. Ωστόσο, κάποιοι λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν από ένα μυστικό πέρασμα, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Tuor, η Idril κι ο γιος τους, ο Eärendil. Με την πτώση της Gondolin καταστράφηκε το τελευταίο από τα μεγάλα βασίλεια των Ξωτικών στη Μέση-Γη και μαζί χάθηκε και οποιαδήποτε ελπίδα για χερσαία αντίσταση στον Morgoth.


Όταν οι πόλεις των Νόλντορ στο Μπελέριαντ έπεσαν μία προς μία στα χέρια του Μόργκοθ, η Γκοντόλιν, βαριά οχυρωμένη, αποκομμένη τόσο από τους εχθρούς, όσο και από τους συμμάχους των Νόλντορ και καλά κρυμμένη μέσα στα Κρισσαέγκριμ, παρέμεινε το τελευταίο προπύργιο ελπίδας για όσους τον αντιμάχονταν. Το 551 της Πρώτης Εποχής, ο Μαέγκλιν, ο γιος του Έολ κι ανιψιός του Βασιλιά Τούργκον, επιθυμούσε κρυφά την ξαδέρφη του, την Ίντριλ, αλλά δεν κατάφερνε να έχει την αγάπη της. Μετά από μια διαφωνία, έφυγε από την Γκοντόλιν για να πάει στα βουνά να ψάξει για ορυκτά. Εκεί τα Ορκς τον συνέλαβαν κι εκείνος τα παρακάλεσε  να τον πάνε στον Μόργκοθ, παρά να τον σκοτώσουν ή να τον βασανίσουν. Ο Μόργκοθ αναγνώρισε τον Μαέγκλιν και του είπε ότι θα τον έκανε Βασιλιά της Γκοντόλιν και σύζυγο της Ίντριλ, αν πρόδιδε τους Νόλντορ και του έδινε πληροφορίες για το πώς να αποκτήσει πρόσβαση στην πόλη. Ο Μαέγκλιν συμφώνησε στην προδοσία κι επέστρεψε στην πόλη, αλλά δεν μίλησε σε κανέναν για τη σύλληψή του. Η Ίντριλ όμως παρατήρησε μια αλλαγή σε αυτόν και, διαισθανόμενη τον κίνδυνο, έδωσε εντολή να κατασκευαστεί ένα κρυφό πέρασμα βαθιά κάτω από την Γκοντόλιν που αργότερα θα ενεργούσε ως δρόμος διαφυγής.

Ανκάλαγκον

Ο Ancalagon, γνωστός κι ως Ancalagon ο Μαύρος, ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους φτερωτούς Δράκους. Είχε ανατραφεί από τον Morgoth στην Πρώτη Εποχή και ήταν ο μεγαλύτερος και πιο δυνατός Δράκος που υπήρξε ποτέ στη Μέση-Γη. Το όνομα Ancalagon σημαίνει "Γρήγορα Σαγόνια" στη Sindarin.


Αφότου ο Εαρέντιλ έκανε το ταξίδι στο Βάλινορ για να παρακαλέσει τους Βάλαρ να βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον του Μόργκοθ και να σώσουν τα Ξωτικά και τους Εντάιν, ο Στρατός του Βάλινορ πολέμησε τον Μόργκοθ στον Πόλεμο της Οργής και διέλυσε τους στρατούς του. Αντιμετωπίζοντας την τελική ήττα, ο Μόργκοθ εξαπέλυσε το τελευταίο και σπουδαιότερό του όπλο: μια ομάδα φτερωτών Δράκων, με επικεφαλής τον Ανκάλαγκον τον Μαύρο. Οι Δράκοι κατέβηκαν μέσα σε μια θύελλα από βροντές, αστραπές και φωτιά, αναγκάζοντας τις δυνάμεις των Βάλαρ να οπισθοχωρήσουν. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Εαρέντιλ που ήταν στο πλοίο του, το Βίνγκιλοτ, συνοδευόμενος από τους Αετούς του Μάνγουε, με επικεφαλής τον Θορόντορ. Η μάχη στον αέρα κράτησε μια μέρα και μια νύχτα. Πριν από την αυγή, ο Εαρέντιλ σκότωσε τον Ανκάλαγκον και το σώμα του Δράκου έπεσε από τον ουρανό καταστρέφοντας τους πύργους των Θανγκορόντριμ πάνω από την Άνγκμπαντ. Ο θάνατος του Ανκάλαγκον σήμανε τον θάνατο των περισσότερων Δράκων, καθώς και την ήττα του Μόργκοθ.

Γκροντ

Το Grond, που ονομάζεται "Σφυρί του Κάτω Κόσμου", ήταν το μεγάλο και πανισχυρό Σκήπτρο του Morgoth, του πρώτου Σκοτεινού Άρχοντα, το οποίο κρατούσε στην Πρώτη Εποχή. Κάθε χτύπημα του Σφυριού έσειε τη γη και δημιουργούσε μεγάλους κρατήρες από όπου έβγαιναν καπνός και φωτιά.


Σφυρηλατημένο σε άγνωστο χρόνο και τόπο, το Γκροντ αναφέρθηκε μόνο μία φορά, ως το όπλο του
Μόργκοθ, στην μονομαχία του με τον Φινγκόλφιν, τον Υψηλό Βασιλιά των Νόλντορ. Ο Φινγκόλφιν προκάλεσε τον Μόργκοθ μετά την καταστροφική ήττα των Νόλντορ στην Μάχη της Ξαφνικής Φλόγας. Το 456, πήγε μόνος του στην Άνγκμπαντ καβάλα στο άλογό του Ρόχαλορ, και εμφανίστηκε σε εκείνους που τον είδαν σαν τον Όρομε, τον κυνηγό των Βάλαρ. Ο Φινγκόλφιν ήχησε το κέρας του και σφυροκόπησε τις πύλες. Αποκάλεσε τον Μόργκοθ δειλό μπροστά στα μάτια των υπηρετών του και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Ο Μόργκοθ δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί.

Ρίνγκιλ

Το Ringil ήταν το σπαθί του Fingolfin, του Υψηλού Βασιλιά των Ñoldor, που λέγεται ότι έλαμπε σαν τον πάγο. Με αυτό τραυμάτισε τον Morgoth επτά φορές σε μονομαχία στις πύλες της Angband, μετά την Dagor Bragollach.

 
Το σπαθί ήταν δημιούργημα των Ξωτικών και η λεπίδα του έλαμπε σαν πάγος στο φως των αστεριών. Ο Φινγκόλφιν το χρησιμοποίησε με μεγάλη επιτυχία εναντίον του Μόργκοθ κατά τη διάρκεια της μονομαχίας τους στις πύλες της Άνγκμπαντ, όπου
τραυμάτισε τον Μόργκοθ επτά φορές. Όταν ο Φινγκόλφιν σκόνταψε στο ανώμαλο έδαφος κι έπεσε προς τα πίσω, ο Μόργκοθ τον πάτησε στο λαιμό και τον καταπλάκωσε. Ο Φινγκόλφιν, στο τελευταίο του απελπισμένο χτύπημα, τρύπησε το πόδι του Μόργκοθ με το Ρίνγκιλ αναγκάζοντάς τον να είναι μόνιμα κουτσός, και οι επτά πληγές που του κατάφερε ο Φινγκόλφιν ποτέ δεν επουλώθηκαν. Η τελική μοίρα του σπαθιού από εκεί και πέρα είναι άγνωστη.

Χιλντόριεν

Tο Hildórien ήταν η γη ανατολικά της Μέσης-Γης όπου ξύπνησαν οι πρώτοι Άνθρωποι (ή Hildor, οι Ακόλουθοι, όνομα που δόθηκε στους Ανθρώπους από τα Ξωτικά) κατά το πρώτο έτος της Πρώτης Εποχής των Χρόνων του Ηλίου. Βρισκόταν νοτιοανατολικά της Cuiviénen, όπου ξύπνησαν τα Ξωτικά, και πάντα έβλεπε στην Ανατολική Θάλασσα. Hildórien σημαίνει στην Quenya "Η Γη των Ακολούθων".


Στο The Book of Lost Tales αναφέρεται ότι οι Άνθρωποι ξύπνησαν σε μια κρυμμένη κοιλάδα που ονομάζεται Μουρμενάλντα (Murmenalda, η Κοιλάδα του Ύπνου). Ήταν περικυκλωμένη από βουνά και περιγράφεται ως ιερή, γεμάτη από γλυκά αρώματα, μυρωδιές και τραγούδια αηδονιών, με την ομορφιά της να είναι συγκρίσιμη με αυτή του Βάλινορ. Επίσης ήταν γεμάτη από κοιμισμένες φιγούρες. Ανακαλύφθηκε από το Ξωτικό Νούιν, όταν εκείνος βρήκε ένα πέρασμα μέσα από τα βουνά και σχεδόν λιποθύμησε από την ομορφιά που αντίκρυσε. Μπερδεμένος από τους Κοιμωμένους, ο Νούιν επισκεπτόταν την κοιλάδα συχνά για να τους παρακολουθήσει, μέχρι που, ορμώμενος από περιέργεια, ξύπνησε το πρώτο ζευγάρι.

Άνγκμπαντ

H Angband, γνωστή επίσης ως "Σιδερένια Φυλακή", ήταν το αρχαίο ισχυρό φρούριο του Melkor που έχτισε κάτω από τα Σιδερένια Βουνά πριν από την Πρώτη Εποχή, ως οχυρό του βορείου φρουρίου του Utumno, και από το οποίο προσπάθησε να υποτάξει την Arda. Mετά την καταστροφή του Utumno από τους Valar και την φυλάκισή του στο Valinor για τρεις εποχές, ο Melkor επέστρεψε στη Μέση-Γη, όπου έκανε την Angband το κέντρο της εξουσίας του και ύψωσε τους πύργους των Thangorodrim πάνω από πύλες της. Καταστράφηκε από τις δυνάμεις των Valar στο τέλος της Πρώτης Εποχής, στον Πόλεμο της Οργής. Angband σημαίνει "Σιδερένια Φυλακή" ή "Σιδερένια Κόλαση" στη Sindarin, ενώ στην Quenya ονομαζόταν Angamando.

 
Ο Μέλκορ έχτισε την Άνγκμπαντ στους Χρόνους των Δέντρων, χρησιμοποιώντας τη αρχικά ως απομακρυσμένο οχυρό και οπλοστάσιο του μεγάλου βορείου φρουρίου του στο Ουτούμνο, κι έθεσε αρχηγό αυτής τον Σάουρον, τον επικεφαλής των υπηρετών του. Χτίστηκε κοντά στις βορειοδυτικές ακτές της Μεγάλης Θάλασσας στην περιοχή των Σιδερένιων Βουνών, ως πρώτη άμυνα ενάντια σε κάθε επίθεση που θα γινόταν στο βασίλειο του Μέλκορ από τους
Βάλαρ στο Άμαν.

Άριεν

H Arien ήταν μια Maia και η Φύλακας του Ήλιου. Αρχικά ήταν πνεύμα φωτιάς και λέγεται ότι τα μάτια της ήταν πάρα πολύ λαμπερά για να τα κοιτάξουν ακόμη και οι Eldar. Άλλα ονόματα που είχε προγενέστερα ήταν Urien και Urwendi που και τα δύο σημαίνουν "Κόρη της Φωτιάς". Arien σημαίνει "Κόρη του Ηλιόφωτος" στην Quenya.


Η Άριεν ήταν Μάια που υπηρετούσε την Βάνα, προτού της ανατεθεί να μεταφέρει το πλοίο του Ήλιου. Αρχικά ένα πνεύμα φωτιάς το οποίο ο Μέλκορ δεν ήταν σε θέση να διαφθείρει ούτε να το παρασύρει στις υπηρεσίες του. Στα Χρόνια των Δέντρων, η Άριεν φρόντιζε τα χρυσά λουλούδια στους κήπους της Βάνα και τα πότιζε με μεγάλη φωτεινή δροσιά που συνέλλεγε από την Λαουρέλιν, το μεγάλο Χρυσό Δέντρο. Αργότερα, η Άριεν επιλέχθηκε από τους Βάλαρ να μεταφέρει το πλοίο του Ήλιου, επειδή ήταν η μόνη που δεν φοβόταν και μπορούσε να αντέξει την θερμότητα της Λαουρέλιν χωρίς να πάθει τίποτα. Όσο ήταν στο Βάλινορ, η Άριεν πήρε φυσική μορφή παρόμοια με εκείνη των Βάλαρ, αλλά όταν άφησε το Βάλινορ έγινε μια "γυμνή φλόγα φωτιάς, τρομερή στην πληρότητα του μεγαλείου της".

Κενό

Το Κενό, επίσης γνωστό ως Εξώτερο Κενό, Άχρονο Κενό, Αιώνιο Σκοτάδι και Αρχαίο Σκοτάδι, βρισκόταν πέρα ​​από την Arda και τον κόσμο, και πιθανότατα ισοδυναμoύσε με το διάστημα. Η ήταν δημιουργημένη ανάμεσα στο Κενό, αλλά δεν αποτελούσε μέρος του. Στην Quenya ονομαζόταν Avakúma, Oiakúma and Kúma.

 
Σύμφωνα με την Αϊνουλιντάλη, ο Ιλούβαταρ κατοίκησε στις Άχρονες Αίθουσες οι οποίες ήταν ξεχωριστές από το Κενό. Πριν από τη δημιουργία της Έα, ο Μέλκορ περιπλανιόταν στο Κενό ψάχνοντας για τη Άφθαρτη Φλόγα, την πηγή της δημιουργικής δύναμης του Έρου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.


Χούορ

O Huor ήταν ένας από τους Edain και ήρωας των Ανθρώπων κατά την Πρώτη Εποχή. Ήταν ο νεότερος γιος του Galdor, του Άρχοντα του Dor-lómin, ο αδερφός του Húrin Thalion, ο εγγονός του Hador Lórindol, ο πατέρας του Tuor και ο παππούς του Eärendil. Είχε ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια από τον Οίκο του παππού του, και θεωρούταν ένας από τους ψηλότερους των Edain. Σκοτώθηκε στη Nirnaeth Arnoediad. Οι Númenóreans τον μνημόνευαν ως τον ηρωικό παππού του Eärendil του Ευλογημένου.

 
Ακολουθώντας το έθιμο των Ανθρώπων εκείνων των ημερών, ο Χούορ και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο
Χούριν, αναθρεύονταν από το θείο τους τον Χάλντιρ, τον Αρχηγό των Χαλάντιν του Μπρέθιλ, και κατοικούσαν σε αυτό το δάσος τον καιρό της Μάχης της Ξαφνικής Φλόγας το 455 της Πρώτης Εποχής.

Χούριν

Ο Húrin, κυρίως γνωστός ως Húrin Thalion αλλά και Úmarth, ήταν ο πρωτότοκος γιος του Galdor και της Hareth, ο μεγαλύτερος αδελφός του Huor, ο σύζυγος της Morwen, ο πατέρας του Túrin Turambar και της Nienor, και ο Άρχοντας του Dor-lómin. Συνελήφθη από τον Morgoth στη Nirnaeth Arnoediad και ο ίδιος και οι συγγενείς του ήταν καταραμένοι από τον Σκοτεινό Άρχοντα. Η κατάρα οδήγησε σε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες, αλλά και τραγωδίες, της Πρώτης Εποχής. Λέγεται στο Silmarillion ότι ήταν ο μεγαλύτερος πολεμιστής των Ανθρώπων στην Πρώτη Εποχή. Το όνομα Húrin Thalion σημαίνει "Δυνατός Ήρωας" και το Úmarth σημαίνει "Νοσηρή Μοίρα" στη Sindarin.


Ο Χούριν ήταν ο εγγονός του Χάντορ Λόριντολ, ιδρυτή του Οίκου του Χάντορ, και ανατράφηκε με τον μικρότερο αδελφό του τον Χούορ στο Δάσος του Μπρέθιλ. Το 458 της Πρώτης Εποχής, οι αδελφοί εντάχθηκαν σε μια πολεμική ομάδα, αλλά χωρίστηκαν και παγιδεύτηκαν στην Κοιλάδα του Σίριον. Ο Βάλα Ούλμο προκάλεσε τη δημιουργία ομίχλης και οι δύο τους διέφυγαν στο Ντίμπαρ. Από εκεί, οι Αετοί τους πήγαν στις πύλες της Γκοντόλιν, της Κρυμμένης Πόλης. Ο Βασιλιάς Τούργκον καλωσόρισε τους αδελφούς, ενθυμούμενος μια προφητεία που έλεγε ότι τα παιδιά του Χάντορ θα βοηθούσαν την Γκοντόλιν στην πιο σκοτεινή ώρα της. Έμειναν με τον Τούργκον για ένα χρόνο και, αφού έδωσαν όρκο μυστικότητας, επέστρεψαν στο Ντορ-λόμιν κάποια στιγμή πριν το 462.

Η Πόρτα της Νύχτας

Η Πόρτα της Νύχτας ήταν μια φρουρούμενη πύλη στο Aman
μέσα από την οποία ρίχτηκε ο Morgoth μετά την ήττα του στον Πόλεμο της Οργής.


Η δημιουργία της είναι ασαφής. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές, δημιουργήθηκε απο τους Βάλαρ ως πέρασμα για τον Ήλιο, ο οποίος θα επέστρεφε στον Κόσμο μέσω των Πυλών της Αυγής στην ανατολή. Σύμφωνα με άλλες, ωστόσο, δημιουργήθηκε σαν πύλη μέσω της οποίας απελάθηκε ο Μόργκοθ. Η Πόρτα της Νύχτας φρουρούταν από τον Εαρέντιλ ο οποίος έφερε στο μέτωπό του το Σίλμαριλ, μέσα στο αστραφτερό πλοίο του, το Βίνγκιλοτ.

Σάουρον

O Sauron (σε Quenya "o Μισητός", "ο Απεχθής") ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο έμπιστος υπηρέτης του Μorgoth πριν και κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής. Αρχικά ήταν Maia του Aule και ονομαζόταν Μairon, στη συνέχεια όμως δελεάστηκε απ'τον Melkor και - ως Gorthaur - έγινε υπολοχαγός του στους Πολέμους του Beleriand. Είχε την ικανότητα να παίρνει τη μορφή λύκου, φιδιού και νυχτερίδας. Μετά την πτώση του Μorgoth, συνέχιζε να πασχίζει να κατακτήσει τη Μέση-Γη καθ' όλη την Δεύτερη Εποχή, οπότε και εξαπάτησε υπό τη μορφή του Annatar τα Ξωτικά του Εregion, τα οποία υπό την καθοδήγησή του δημιούργησαν τα Δαχτυλίδια της Δύναμης, ενώ εκείνος σφυρηλάτησε παράλληλα στα κρυφά το Ένα Δαχτυλίδι στο Mount Doom στη Mordor. Έτσι ο Sauron έγινε ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Όσο εκείνος έκανε τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού ενάντια στους Ελεύθερους Λαούς της Μέσης-Γης, ο Frodo Baggins, ο Samwise Gamgee και το Gollum έφτασαν στο Βουνό του Χαμού και στις 25 Μαρτίου του 3019 της Τρίτης Εποχής κατέστρεψαν το Δαχτυλίδι. Η καταστροφή του Δαχτυλιδιού επέφερε την ολοκληρωτική ήττα του Sauron και σήμανε την έναρξη της Τέταρτης Εποχής και της Κυριαρχίας των Ανθρώπων.


Ως ένας από τους Μάιαρ, ο Σάουρον δημιουργήθηκε από τον Έρου Ιλούβαταρ πριν την Μουσική των Άινουρ. Στο ξεκίνημα του Χρόνου, ήταν ανάμεσα στους Άινουρ που εισήλθαν στην Έα. Εκεί έγινε ένας από τους Μάιαρ του Άουλε και ήταν γνωστός ως Μάιρον (Mairon, σε Quenya "ο Αξιοθαύμαστος"), ωστόσο, σύντομα δελεάστηκε απ' τον Μέλκορ και έγινε ο πιο πιστός του υπηρέτης. Έτσι, ονομάστηκε Γκορθάουρ (Gorthaur=Τρομερός Φόβος) από τους Σίνταρ του Μπελέριαντ της Πρώτης Εποχής, και Σάουρον (σε Quenya Sauron=Ο Μισητός, ο Απεχθής) από άλλους. Άλλα ονόματα του Σάουρον ήταν Νεκρομάντης, Μισητός Φόβος, Ανώνυμος Εχθρός, Σκληρός, Σκοτεινός Άρχοντας της Μόρντορ, Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Άνναταρ (Annatar, Ο Άρχοντας των Δώρων). Οι Ντουνεντάιν τον αποκαλούσαν "Σάουρον ο Απατεώνας" εξαιτίας του ύπουλου ρόλου που έπαιξε στον Καταποντισμό του Νούμενορ και στη Σφυρηλάτηση των Δαχτυλιδιών της Δύναμης.

Η Ωδή της Λέιθιαν

Το Lay of Leithian είναι ένα ημιτελές ομοιοκατάληκτο ποίημα γραμμένο από τον J. R. R. Tolkien κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, αποτελούμενο από περισσότερους από 4200 στίχους. Ήταν μια μεγάλη ωδή των Ξωτικών που αφηγείται την ιστορία του Beren και της Luthien, την Αποστολή τους για το Silmaril και την επιστροφή τους από τον Mandos. Λέγεται ότι ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη όλων αυτών των ιστοριών (με την Narn i Chîn Húrin, την Iστορία των Παιδιών του Hurin, να είναι η μεγαλύτερη). Η δημοσίευση του ποιήματος έγινε μετά το θάνατο του Tolkien στο Lays of Beleriand, τον 3ο τόμο τoυ "The History of Middle-Εarth". Leithian είναι η μετάφραση της φράσης "Απελευθέρωση από τα Δεσμά".
 

Η Ωδή αφηγείται την ιστορία της διαφυγής του Μπέρεν από το Ντορθόνιον μετά την απώλεια του πατέρα του, Μπάραχιρ. Ερχόμενος στο νότο, εισήλθε στο Ντόριαθ και συνάντησε την Λούθιεν Τινούβιελ στο δάσος. Ερωτεύτηκαν και θέλησαν να παντρευτούν, αλλά ο πατέρας της Λούθιεν, ο βασιλιάς Θίνγκολ, είπε ότι θα έδινε στον Μπέρεν την κόρη του μόνο αν εκείνος κατάφερνε να φέρει ένα Σίλμαριλ από την Κορόνα του Μόργκοθ, από τα μεγαλύτερα βάθη της Άνγκμπαντ. 

Φίνροντ Φέλαγκουντ

Ο Finrod, ονομαζόμενος επίσης Felagund, ήταν Noldo ο οποίος γεννήθηκε στο Aman, κατά πάσα πιθανότητα στην Tirion. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Finarfin και της Eärwen, και ο αδελφός των Orodreth, Angrod, Aegnor και Galadriel. Ήταν ο Βασιλιάς της Nargothrond στο Beleriand, ενώ υπήρξε φίλος των Ανθρώπων και ένα από τα πιο ευγενή Ξωτικά του Οίκου του Finarfin. Η αρχοντιά του και ο θάνατός του για να σώσει τον Beren, αλλά και η αντίθεσή του στον Όρκο του Fëanor, έδρασαν καταλυτικά για την επιστροφή του στη ζωή στο Valinor, κάνοντάς τον έτσι το πρώτο Ξωτικό που μετενσαρκώθηκε στους Αθάνατους Τόπους πριν από το τέλος της Πρώτης Εποχής
  

Ο Φίνροντ ήταν σαν τον πατέρα του στο πρόσωπο και στα μαλλιά που ήταν χρυσά, όπως και στην ευγενή και γενναιόδωρη καρδιά του. Ήταν σοφός, δίκαιος, ισχυρός και μεγάλος ταξιδιώτης. Αντιτάχθηκε στον Φέανορ και τον Όρκο του όταν εκείνος θέλησε να επιστρέψει στη Μέση-Γη για να ανακτήσει τα Σίλμαριλς από τον Μόργκοθ. Τελικά επέλεξε να μην χωριστεί από τους δικούς του και έτσι ακολούθησε τον πατέρα του και τον Οίκο του, αλλά και τον Οίκο του Φινγκόλφιν