Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα silmarils. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα silmarils. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μένεγκροθ

To Menegroth, γνωστό επίσης ως "Χίλια Σπήλαια" και "Οι Σπηλιές του Menegroth", ήταν η πρωτεύουσα της γης του Doriath, το οποίο ήταν το σπίτι του Βασιλιά Thingol των Sindar και της Βασίλισσας Maia Melian κατά την Πρώτη Εποχή. Εκεί ήταν η υπέροχα διακοσμημένη Αίθουσα του Thingol όπου βρισκόταν ο θρόνος του, αλλά κι εκεί όπου δολοφονήθηκε ο ίδιος απ' τους Νάνους του Nogrod. Επιπλέον, η Αποστολή του Beren για το Silmaril ξεκινά στο Menegroth. Αργότερα λεηλατήθηκε απ' τους Γιούς του Fëanor στην αναζήτησή τους ενός από τα Silmarils, το οποίο κλάπηκε από το στέμμα του Morgoth, πριν τον Πόλεμο της Οργής.


Στους χρόνους μετά τον Πόλεμο για την Σωτηρία των Ξωτικών, οι Τελέρι είχαν σκορπιστεί σε όλο το Μπελέριαντ σε λιμάνια όπως το Φαλάς, ή στις δασώδεις εκτάσεις του Ρέγκιον και του Νέλντορεθ. Ο αρχηγός τους, ο Έλγουε, χάθηκε για πολύ καιρό στα δάση με την Μάια Μέλιαν, την αγαπημένη του. Έπειτα εμφανίστηκαν ξανά και οι δύο, κι εκείνος, ονομαζόμενος πλέον Θίνγκολ, βιαζόταν να φτιάξει ένα σπίτι για το λαό του. Έτσι, ζήτησε απ' τους Νάνους του Μπέλεγκοστ να βοηθήσουν στην κατασκευή του νέου φρουρίου, το οποίο σκάφτηκε μέσα στον δυτικό τοίχο του φαραγγιού πάνω από τον ποταμό Εσγκάλντουιν, και είχε μόνο μια είσοδο, ψηλά πάνω από τον ποταμό, προσβάσιμη από μία μεγάλη πέτρινη γέφυρα. Ονομάστηκε Μένεγκροθ, τα Χίλια Σπήλαια, λόγω του μεγάλου αριθμού σπηλαίων και αιθουσών του, όλα λαξευμένα σε πέτρα και υπέροχα διακοσμημένα από σκαλίσματα οξιών και πουλιών. Τα πολλά αυτά διαφορετικά δωμάτια περιλάμβαναν οπλοστάσια, θησαυροφυλάκια, σιδηρουργεία και κατοικίες για τα Ξωτικά και τους Νάνους.

Άνγκμπαντ

H Angband, γνωστή επίσης ως "Σιδερένια Φυλακή", ήταν το αρχαίο ισχυρό φρούριο του Melkor που έχτισε κάτω από τα Σιδερένια Βουνά πριν από την Πρώτη Εποχή, ως οχυρό του βορείου φρουρίου του Utumno, και από το οποίο προσπάθησε να υποτάξει την Arda. Mετά την καταστροφή του Utumno από τους Valar και την φυλάκισή του στο Valinor για τρεις εποχές, ο Melkor επέστρεψε στη Μέση-Γη, όπου έκανε την Angband το κέντρο της εξουσίας του και ύψωσε τους πύργους των Thangorodrim πάνω από πύλες της. Καταστράφηκε από τις δυνάμεις των Valar στο τέλος της Πρώτης Εποχής, στον Πόλεμο της Οργής. Angband σημαίνει "Σιδερένια Φυλακή" ή "Σιδερένια Κόλαση" στη Sindarin, ενώ στην Quenya ονομαζόταν Angamando.

 
Ο Μέλκορ έχτισε την Άνγκμπαντ στους Χρόνους των Δέντρων, χρησιμοποιώντας τη αρχικά ως απομακρυσμένο οχυρό και οπλοστάσιο του μεγάλου βορείου φρουρίου του στο Ουτούμνο, κι έθεσε αρχηγό αυτής τον Σάουρον, τον επικεφαλής των υπηρετών του. Χτίστηκε κοντά στις βορειοδυτικές ακτές της Μεγάλης Θάλασσας στην περιοχή των Σιδερένιων Βουνών, ως πρώτη άμυνα ενάντια σε κάθε επίθεση που θα γινόταν στο βασίλειο του Μέλκορ από τους
Βάλαρ στο Άμαν.

Φόρμενος

To Formenos ήταν η πόλη-φρούριο του Οίκου του Fëanor στους λόφους βόρεια του Valinor στο Aman, που χτίστηκε μετά την εξορία του από την Tirion. Πάρα πολλοί Ñoldor, συμπεριλαμβανομένου και του Βασιλιά Finwë, πήγαν με τον Fëanor στην εξορία. Formenos στην Quenya σημαίνει "Βόρειο Φρούριο".


Μετά την εξορία του Φέανορ από την Τίριον, ο ίδιος και οι επτά γιοί του πήγαν βόρεια του Βάλινορ και οχύρωσαν το Φόρμενος. Πολλοί από τους Νόλντορ, αλλά και ο Βασιλιάς Φίνγουε, πήγαν με τον Φέανορ, όπου πέρασαν δώδεκα Βάλιαν χρόνια (περίπου πενήντα χρόνια του Ήλιου) στην εξορία. Εκεί βρισκόταν το θησαυροφυλάκιο του Φέανορ όπου φύλαγε τα τρία Σίλμαριλς σε μια σιδερένια αίθουσα. Ο Μέλκορ πήγε εκεί σε αναζήτηση των πετραδιών και, προτού τα κλέψει και διαφύγει στη Μέση-Γη, σκότωσε τον Φίνγουε στις πύλες του Φρουρίου, γεγονός που οδήγησε τελικά στο Σκοτείνιασμα του Βάλινορ.

Καράνθιρ

O Caranthir, επίσης γνωστός ως Caranthir o Μελαμψός, ήταν ο τέταρτος γιος του Fëanor και της Nerdanel, και από τα επτά αδέρφια ήταν ο πιο σκληρός και γρήγορος στον θυμό. Caranthir είναι η Sindarin μετάφραση του oνόματος που του έδωσε η μητέρα του, Carnistir, "Κοκκινοπρόσωπος". Το όνομα που του έδωσε ο πατέρας του ήταν Morifinwë, "Μελαμψός Finwë". Σκοτώθηκε στο Menegroth στη Δεύτερη Αδελφοκτονία.


Όπως και με τους άλλους γιους του Φέανορ, ο Καράνθιρ δεσμεύεται από έναν όρκο για να ανακτήσει τα Σίλμαριλς του πατέρα του, τα οποία είχαν κλαπεί από τον Σκοτεινό Άρχοντα Μόργκοθ. Αυτός ο όρκος έκανε τα επτά αδέλφια να φτάσουν στη Μέση-Γη κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής όπου και ίδρυσαν βασίλεια ενόσω ήταν εξόριστοι, έκαναν πολέμους ενάντια στις στρατιές του Μόργκοθ, πολέμησαν τη δική τους φυλή - αυτή των Ξωτικών - και τελικά επέφεραν την καταστροφή στον ίδιο τους τον εαυτό.
 

Κέλεγκορμ

O Celegorm, που ονομάζεται επίσης Celegorm ο Ξανθός, ήταν ο τρίτος γιος του Fëanor και της Nerdanel, κι από όλους τους αδερφούς του εκείνος ήταν πιο στενά συνδεδεμένος με τον Curufin. Ήταν μεγάλος κυνηγός και φίλος του Vala Oromë και περιγράφεται ξανθός, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα μαύρα και κόκκινα μαλλιά των γονιών του και των έξι αδελφών του. Ο Celegorm, δεσμευόμενος από τον Όρκο του, έφτασε στη Μέση-Γη με τα αδέλφια του και δημιούργησαν μεγάλα βασίλεια στην εξορία, ενώθηκαν με τους συγγενείς τους από τον Οίκο του Fingolfin και πολέμησαν ενάντια στις στρατιές του Morgoth. Σκοτώθηκε από τον Dior Eluchil στο Menegroth στη Δεύτερη Αδελφοκτονία.


Ο Κέλεγκορμ γεννήθηκε στο Βάλινορ κατά τη διάρκεια των Χρόνων των Δέντρων. Ήταν πολύ στενός φίλος με τον Όρομε και πιθανότατα κυνηγούσε μαζί του στα δάση του, ενώ παράλληλα έμαθε πολλά για τα πουλιά και τα ζώα και μπορούσε επίσης να καταλάβει αρκετές από τις γλώσσες τους. Είχε φέρει μαζί του από το Βάλινορ τον Χούαν, το μεγάλο λυκόσκυλο, που ήταν δώρο από τον Όρομε.

Ντίορ Ελουχίλ

Ο Dior, που ονομάζεται επίσης Dior Eluchíl και που ήταν μισός Ξωτικό, ήταν ο γιος του διάσημου Ανθρώπου Beren του Μονόχειρα του Οίκου του Bëor (Πρώτος Οίκος των Edain) και της θρυλικής Πριγκίπισσας των Ξωτικών Luthien του Doriath. Αργότερα έγινε ο βασιλιάς του Doriath καθότι ήταν ο κληρονόμος του βασιλιά Elu Thingol και έγινε επίσης ο Υψηλός Βασιλιάς των Sindar. Το όνομα Dior πιθανότατα σημαίνει "διάδοχος". Ονομαζόταν επίσης Eluchíl που σημαίνει "Κληρονόμος του Elu", Ausir που σημαίνει "πλούσιος" και Aranel που σημαίνει "Ευγενές Ξωτικό" ή "Βασιλιάς των Ξωτικών".


Ο Ντίορ ήταν ένα από τα ομορφότερα όντα που έζησαν ποτέ. Προερχόταν από τρεις διαφορετικές φυλές, των Άινουρ (Μάιαρ), των Ανθρώπων και των Ξωτικών. Ο παππούς του από τη μεριά του πατέρα του ήταν ο Μπάραχιρ (ένας μεγάλος οπλαρχηγός των Εντάιν) και η γιαγιά του ήταν η Εμέλντιρ. Από τη μεριά της μητέρας του, παππούς του ήταν ο βασιλιάς Θίνγκολ και γιαγιά του η βασίλισσα Μέλιαν, η οποία ήταν μια από τους Μάιαρ.

Οι Γιοί του Φέανορ

Οι Γιοί του Fëanor, οι επτά πρίγκηπες των Noldor, ήταν οι Maedhros, Maglor, Celegorm, Caranthir, Curufin, Amrod και Amras. Πήραν τον Όρκο του Fëanor μαζί με τον πατέρα τους, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να ανακτήσουν με κάθε κόστος τα λαμπερά Silmarils που έκλεψε ο Morgoth από τον Fëanor. Αυτός ο όρκος έκανε τα επτά αδέλφια να φτάσουν στη Μέση-Γη στην αυγή της Πρώτης Εποχής, όπου και ίδρυσαν βασίλεια όσο ήταν εξόριστοι, έκαναν πολέμους ενάντια στις στρατιές του Μorgoth, πολέμησαν τη δική τους φυλή - αυτή των Ξωτικών - και τελικά επέφεραν την καταστροφή στον ίδιο τους τον εαυτό.


Μετά τον όρκο τους να ανακτήσουν τα Σίλμαριλς με οποιοδήποτε κόστος και να μην σταματήσουν πουθενά και σε τίποτα αν δεν τα καταφέρουν, εκείνοι και ο πατέρας τους οδήγησαν τους Νόλντορ από το Βάλινορ στο Μπελέριαντ καταδιώκοντας τον Μόργκοθ, ο οποίος έκλεψε το μεγαλύτερο έργο του Φέανορ, τα Σίλμαριλς. Εφόσον ο Φέανορ πέθανε νωρίς στη μάχη, οι γιοι του έγιναν η κινητήριος δύναμη πίσω από τους επακόλουθους πολέμους. Ο ηρωισμός τους ήταν μεγάλος και ήταν πανίσχυροι ηγέτες και εχθροί του Μόργκοθ, αλλά λόγω του Όρκου του Φέανορ (τον οποίο όλοι έδωσαν), οι ενέργειές τους εντέλει μετατράπηκαν σε κακές.

Φίνροντ Φέλαγκουντ

Ο Finrod, ονομαζόμενος επίσης Felagund, ήταν Noldo ο οποίος γεννήθηκε στο Aman, κατά πάσα πιθανότητα στην Tirion. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Finarfin και της Eärwen, και ο αδελφός των Orodreth, Angrod, Aegnor και Galadriel. Ήταν ο Βασιλιάς της Nargothrond στο Beleriand, ενώ υπήρξε φίλος των Ανθρώπων και ένα από τα πιο ευγενή Ξωτικά του Οίκου του Finarfin. Η αρχοντιά του και ο θάνατός του για να σώσει τον Beren, αλλά και η αντίθεσή του στον Όρκο του Fëanor, έδρασαν καταλυτικά για την επιστροφή του στη ζωή στο Valinor, κάνοντάς τον έτσι το πρώτο Ξωτικό που μετενσαρκώθηκε στους Αθάνατους Τόπους πριν από το τέλος της Πρώτης Εποχής
  

Ο Φίνροντ ήταν σαν τον πατέρα του στο πρόσωπο και στα μαλλιά που ήταν χρυσά, όπως και στην ευγενή και γενναιόδωρη καρδιά του. Ήταν σοφός, δίκαιος, ισχυρός και μεγάλος ταξιδιώτης. Αντιτάχθηκε στον Φέανορ και τον Όρκο του όταν εκείνος θέλησε να επιστρέψει στη Μέση-Γη για να ανακτήσει τα Σίλμαριλς από τον Μόργκοθ. Τελικά επέλεξε να μην χωριστεί από τους δικούς του και έτσι ακολούθησε τον πατέρα του και τον Οίκο του, αλλά και τον Οίκο του Φινγκόλφιν

Τίριον

Η Tirion ήταν η πόλη των Noldor στο Valinor, στο Aman. Ήταν εκεί όπου κυβέρνησε ο Finwë και εκεί όπου έζησαν οι γιοι του, Fëanor, Fingolfin και Finarfin. Tirion στην Quenya σημαίνει "παρατηρητήριο".

 
Ο καταπράσινος λόφος του Τούνα βρισκόταν στην κοιλάδα του Καλακίρυα (μεταφράζεται από την Quenya ως «η σχισμή του Φωτός»), το μόνο πέρασμα μέσα από τα βουνά Πελόρι. Πάνω στην κορυφή του λόφου είχαν τα Ξωτικά τη μεγαλύτερη αποικία τους στα δυτικά της θάλασσας. Οι τοίχοι ήταν λευκοί
και άσπρες κρυστάλλινες σκάλες ανέβαιναν από την εύφορη γη στις μεγάλες πύλες, ενώ η άμμος στους δρόμους λέγεται ότι ήταν κόκκοι διαμαντιού. Στο κέντρο της πόλης κυριαρχούσε ο πύργος του Ίνγκουε (ο Mindon Eldaliéva), του οποίου τα ασημένια φανάρια έλαμπαν πέρα μακρυά στη θάλασσα. Κάτω από τον πύργο ήταν το σπίτι του Φίνγουε, του πρώτου Υψηλού Βασιλιά των Νόλντορ. Εκεί, επίσης, ήταν η Μεγάλη Πλατεία, όπου άνθισε το λευκό δέντρο Γκαλαθίλιον, και αργότερα το μέρος όπου έδωσε ο Φέανορ τον περίφημο Όρκο του.

Φέανορ

O Fëanor ήταν ο μεγαλύτερος και πιο αγαπημένος γιος του Finwë και ετεροθαλής αδερφός του Fingolfin και του Finarfin. Ήταν ο μεγαλύτερος των Noldor και αρχηγός της ανταρσίας τους. Είχε τη μεγαλύτερη ικανότητα με τον λόγο και τα χέρια, ήταν φημισμένος τεχνίτης, κατασκευαστής κοσμημάτων και πολεμιστής. Το πιο διάσημο έργο του ήταν τα Silmarils, ενώ δημιούργησε επίσης τα palantíri και εφηύρε την ευρέως χρησιμοποιούμενη γραφή Fëanorian (Tengwar). Σκοτώθηκε στη Mithrim στη Dagor-nuin-Giliath. Το αρχικό  όνομά του ήταν Curufinwe (curu = δεξιοσύνη, "Επιδέξιος Γιος του Finwë"). Έδωσε αυτό το όνομα στον πέμπτο γιο του, τον Curufin, ο ίδιος όμως γνωριζόταν πάντα από το όνομα που του είχε δώσει η μητέρα του, Fëanáro, που σημαίνει "Πνεύμα της Φωτιάς" στην Quenya (fea=πνεύμα, nar=φωτιά). Το Fëanor είναι η Sindarin εκδοχή του Fëanáro, ωστόσο, η σωστή μορφή του ονόματος στη Sindarin ήταν Faenor. Το παθιασμένο μίσος του για τον Morgoth και ο τρομερός Όρκος του, οδήγησαν άμεσα στους μεγάλους θριάμβους αλλά και στις μεγαλύτερες τραγωδίες της Πρώτης Εποχής.


Γεννημένος το 1169 των Χρόνων των Δέντρων, ο Curufinwë Fëanáro (όπως ήταν το αρχικό του όνομα στην Quenya) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Φίνγουε, του βασιλιά των Νόλντορ, και της πρώτης συζύγου του, Μίριελ Σέριντε. Όταν γεννήθηκε, τράβηξε πολλή από την ενέργεια της μητέρας του, ώστε η ίδια έχασε την δύναμη και την όρεξή της για ζωή και αναχώρησε για το Λόριεν, όπου άφησε οικειοθελώς την υλική μορφή της και πέθανε. Ο Φίνγουε ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε δύο γιους, τους ετεροθαλείς αδελφούς του Φέανορ, τον Φινγκόλφιν και τον Φινάρφιν, καθώς και δύο κόρες, τη Φίντις και την Ίριμε. Οι ικανότητες του Φέανορ αναπτύσσονταν και εκτός από έμπειρος μεταλλουργός, ήταν και άριστος γλωσσολόγος. Το 1250 επινόησε το σύστημα γραφής Τengwar, βελτιώνοντας το έργο του Ρούμιλ. Στη συνέχεια το μυαλό του στράφηκε στη μελέτη των πολύτιμων λίθων. Νέος ακόμα, ο Φέανορ, παντρεύτηκε τη Νέρντανελ, την κόρη του Μάχταν, και μαζί έκαναν επτά γιους: τους Μαέδρος, Μάγκλορ, Κέλεγκορμ, Καράνθιρ, Κουρούφιν, Άμροντ και Άμρας.

Ντόριαθ

To Doriath ήταν η γη των Sindar. Ονομαζόταν η Περιφραγμένη Γη, επειδή η βασίλισσά του, η Μelian, το περιέβαλε με μια μαγική Ζώνη, έτσι ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να εισέλθει χωρίς την άδεια του βασιλιά Thingol. Το βασίλειο υπήρχε κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού των Χρόνων των Δέντρων και κατά το μεγαλύτερο μέρος της Πρώτης Εποχής των Χρόνων του Ηλίου. Για χιλιάδες χρόνια παρέμεινε χωριστό από τον έξω κόσμο υπό την ηγεσία του βασιλιά Thingol και την προστασία της συζύγου του, της Maia Μelian, μέχρι που συντάχθηκε στον πόλεμο εναντίον του Morgoth και συμμερίστηκε τη μοίρα των Noldor, λόγω του Όρκου του Fëanor.


Το Ντόριαθ ονομάστηκε αρχικά Έγκλαντορ. Βρισκόταν στο μέσον του Μπελέριαντ, ανάμεσα στα Έρεντ Γκόργκοροθ (Τα Βουνά του Τρόμου) στα βόρεια, τους λόφους Άντραμ στα νότια, το Τάλαθ Ντίρνεν στα δυτικά και το Έστολαντ στα ανατολικά. Ήταν ένα βασίλειο από δάση γύρω από τον μεγάλο ποταμό Σίριον, και μέσα σε αυτό ήταν τα δάση Νέλντορεθ (επίσης Taur-na-Neldor), Νίβριμ (το δάσος με τις βελανιδιές) και Ρέγκιον (το κύριο δάσος). Τα δάση του Μπρέθιλ και του Ναν Έλμοθ θεωρούνταν ότι ήταν κάτω από την επιρροή του Θίνγκολ, αν και αυτά δεν ήταν κάτω από τον άμεσο έλεγχό του και επιπλέον βρίσκονταν έξω από τη Ζώνη της Μέλιαν. Ο Βασιλιάς Θίνγκολ του Ντόριαθ, ο Υψηλός Βασιλέας των Σίνταρ, έβλεπε όλο το Μπελέριαντ ως βασίλειό του, από τον Γκέλιον ως τη Μπελέγκαερ. 

Μέλκορ (Μόργκοθ)

O Melkor, επίσης γνωστός αργότερα και ως Morgoth, ήταν ο μεγαλύτερος των Ainur. Έχασε τη δόξα του όταν διατάραξε τη Μουσική των Ainur και αψήφησε τη θέληση του Eru Iluvatar. Ο Melkor διέφθειρε πολλούς από τους Ainur και τους υπέταξε, πολέμησε τους Valar και επέφερε μεγάλο κακό στην Arda. Η κλοπή των Silmarils και οι πόλεμοι εναντίον Ξωτικών και Ανθρώπων περιλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ιστορίας της Πρώτης Εποχής. Τελικά, ο Μorgoth νικήθηκε στον Πόλεμο της Οργής, αλυσοδέθηκε από τους Valar και πετάχτηκε στο Αιώνιο Κενό. Melkor σημαίνει "Αυτός που Υψώνεται με Δύναμη", και ήταν ο πρώτος Σκοτεινός Άρχοντας (ονομαζόμενος πλέον Morgoth = Μαύρος Εχθρός) και αφέντης του Sauron. Μια μέρα, σύμφωνα με την προφητεία, ο Morgoth θα επιστρέψει γεμάτος οργή, αλλά θα συντριβεί ολοκληρωτικά στην Dagor Dagorath, την Τελική Μάχη.


Ο Μέλκορ ήταν ο πρώτος και ο πιο δυνατός από τους Άινουρ που δημιούργησε ο Ιλούβαταρ στις Άχρονες Αίθουσες στην αρχή της δημιουργίας. Ο αδερφός του ήταν ο Μάνγουε, όμως ο Μέλκορ ήταν ο πιο δυνατός και είχε την περισσότερη γνώση από οποιονδήποτε άλλον Άινου. Ο Μέλκορ, επειδή περιπλανιόταν στο Κενό στην προσπάθειά του να βρει και να χρησιμοποιήσει την Άφθαρτη Φλόγα, την πηγή της ικανότητας της δημιουργίας του Ιλούβαταρ, ανέπτυξε διαφορετικές ιδέες από εκείνες των υπολοίπων Άινουρ. Μέσα του γεννήθηκαν επαναστατικές διαθέσεις ενάντια στον δημιουργό του, λόγω του ότι επιθυμούσε να δημιουργήσει όντα για να κατοικήσουν στο Κενό, και ήταν δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι ο Ιλούβαταρ δεν το είχε κάνει. Παρόλα αυτά ο Μέλκορ δεν μπορούσε να βρει τη Φλόγα, γιατί εκείνη δεν ήταν στο Κενό, αλλά με τον Ιλούβαταρ.

Φίνγουε

Ο Finwe ήταν ο πρώτος Υψηλός Βασιλέας των Noldor, ο οποίος οδήγησε το λαό του στο ταξίδι από τη Μέση-Γη στο Valinor στο Ευλογημένο Βασίλειο του Aman. Ήταν πολύ καλός φίλος του Elu Thingol, ο οποίος αργότερα έγινε ο βασιλιάς του Doriath. Τον σκότωσε ο Melkor στο Formenos.


Τα πρώτα Ξωτικά ξύπνησαν στη Μέση-Γη κοντά στον κόλπο της Θάλασσας του Χέλκαρ, που ονομάζεται Κουιβιένεν, το 1050 των Χρόνων των Δέντρων. Όταν ο Βάλα Όρομε βρήκε τα Ξωτικά κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του στη Μέση-Γη, τα αγάπησε και τους προέτρεψε να ταξιδέψουν μαζί του για το Βάλινορ ώστε να δουν την θαυμάσια ομορφιά του. Τα Ξωτικά, ωστόσο, υποπτεύθηκαν την πρόσκληση αυτή και φοβήθηκαν, έτσι ώστε επελέγησαν τρεις πρεσβευτές από τις ομάδες συγγενών τους για να πάνε στη θέση τους και να αναφέρουν αυτά που είχαν δει όταν θα επέστρεφαν. Ένας από αυτούς ήταν ο Φίνγουε ο οποίος μαζί με τον Ίνγκουε και τον Έλγουε πήγαν στο Ευλογημένο Βασίλειο με τον Όρομε. Όταν επέστρεψαν ήταν εις θέση να πείσουν τα Ξωτικά να πάνε στο μεγάλο ταξίδι στη Δύση. Ο Φίνγουε έγινε αρχηγός των Νόλντορ και τελικά έφτασαν στο Βάλινορ ακριβώς μετά από τους Βάνυαρ. Εκεί εγκαταστάθηκαν αυτός και οι δικοί του και ο Φίνγουε έγινε βασιλιάς του λαού του.