Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα melian. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα melian. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η Ζώνη της Μέλιαν

Η Ζώνη της Melian, γνωστή και ως το Πέπλο της Melian, ή απλώς το Πέπλο, ήταν ένας μαγικός φράχτης που περιέβαλλε το βασίλειο του Βασιλιά Thingol, το Doriath, καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, δημιουργημένος από τη Βασίλισσά του, την Maia Melian, εμποδίζοντας την είσοδο στη γη του χωρίς τη θέλησή του και τη συγκατάθεσή του. Ο Beren ήταν o μοναδικός που πέρασε μέσα από τη Ζώνη χωρίς τη γνώση του Βασιλιά και της Βασίλισσας του Doriath. Η προστασία της Ζώνης περιλάμβανε τα τρία δάση του Neldoreth και του Region. Doriath σημαίνει "Περιφραγμένη Γη" ή "Γη της Ζώνης". Κατά συνέπεια, οι Sindar που κατοικούσαν στο Doriath ονομάστηκαν Iathrim, ο "Λαός του Φράχτη".

 
Η Ζώνη
της Μέλιαν δημιουργήθηκε από την Μέλιαν λίγο μετά την Πρώτη Μάχη του Μπελέριαντ, ώστε να εξασφαλίσει ότι το Ντόριαθ θα παρέμενε άθικτο από τις δυνάμεις του εχθρού, προστατεύοντάς το από τη σκοτεινή επιρροή και τα αδιάκριτα μάτια του Μόργκοθ, παρόμοια με τον τρόπο που η Γκαλάντριελ χρησιμοποίησε το Νένυα για να προστατέψει το Λοθλόριεν από τον Σάουρον. Περιέκλειε τα τρία δάση του Νέλντορεθ, του Ρέγκιον, του Νίβριμ και μέρους της γης του Αέλιν-ούιαλ. Όλοι όσοι προσπαθούσαν να περάσουν από αυτή, συγχύστηκαν και περιπλανήθηκαν άσκοπα σαν να χάθηκαν σε έναν ατέλειωτο λαβύρινθο δέντρων, φτάνοντας σε μια κατάσταση όπου το φαγητό τους θα τελείωνε κάποια στιγμή και θα πέθαιναν. Μόνο εκείνοι που είχαν την άδεια του Θίνγκολ ή της Μέλιαν, ή εκείνοι με δύναμη μεγαλύτερη από την Μέλιαν, θα μπορούσαν να περάσουν επιτυχώς μέσα από αυτή. Οι μόνοι καταγεγραμμένοι δύο που έχουν περάσει ενάντια στη θέλησή της ήταν ο Μπέρεν και ο Κάρχαροθ.

Μένεγκροθ

To Menegroth, γνωστό επίσης ως "Χίλια Σπήλαια" και "Οι Σπηλιές του Menegroth", ήταν η πρωτεύουσα της γης του Doriath, το οποίο ήταν το σπίτι του Βασιλιά Thingol των Sindar και της Βασίλισσας Maia Melian κατά την Πρώτη Εποχή. Εκεί ήταν η υπέροχα διακοσμημένη Αίθουσα του Thingol όπου βρισκόταν ο θρόνος του, αλλά κι εκεί όπου δολοφονήθηκε ο ίδιος απ' τους Νάνους του Nogrod. Επιπλέον, η Αποστολή του Beren για το Silmaril ξεκινά στο Menegroth. Αργότερα λεηλατήθηκε απ' τους Γιούς του Fëanor στην αναζήτησή τους ενός από τα Silmarils, το οποίο κλάπηκε από το στέμμα του Morgoth, πριν τον Πόλεμο της Οργής.


Στους χρόνους μετά τον Πόλεμο για την Σωτηρία των Ξωτικών, οι Τελέρι είχαν σκορπιστεί σε όλο το Μπελέριαντ σε λιμάνια όπως το Φαλάς, ή στις δασώδεις εκτάσεις του Ρέγκιον και του Νέλντορεθ. Ο αρχηγός τους, ο Έλγουε, χάθηκε για πολύ καιρό στα δάση με την Μάια Μέλιαν, την αγαπημένη του. Έπειτα εμφανίστηκαν ξανά και οι δύο, κι εκείνος, ονομαζόμενος πλέον Θίνγκολ, βιαζόταν να φτιάξει ένα σπίτι για το λαό του. Έτσι, ζήτησε απ' τους Νάνους του Μπέλεγκοστ να βοηθήσουν στην κατασκευή του νέου φρουρίου, το οποίο σκάφτηκε μέσα στον δυτικό τοίχο του φαραγγιού πάνω από τον ποταμό Εσγκάλντουιν, και είχε μόνο μια είσοδο, ψηλά πάνω από τον ποταμό, προσβάσιμη από μία μεγάλη πέτρινη γέφυρα. Ονομάστηκε Μένεγκροθ, τα Χίλια Σπήλαια, λόγω του μεγάλου αριθμού σπηλαίων και αιθουσών του, όλα λαξευμένα σε πέτρα και υπέροχα διακοσμημένα από σκαλίσματα οξιών και πουλιών. Τα πολλά αυτά διαφορετικά δωμάτια περιλάμβαναν οπλοστάσια, θησαυροφυλάκια, σιδηρουργεία και κατοικίες για τα Ξωτικά και τους Νάνους.

Νέλντορεθ

To Neldoreth, ή το Δάσος του Neldoreth, ήταν ένα δάσος στο Doriath. Βρισκόταν μεταξύ των ποταμών Esgalduin και Mindeb στο βόρειο σημείο του Βασιλείου. Σε αυτό το Δάσος γεννήθηκε η Lúthien, ενώ αργότερα αποτέλεσε μέρος της "Ζώνης της Melian".


Μετά την Πρώτη Μάχη του Μπελέριαντ, το Νέλντορεθ συμπεριλήφθηκε μέσα στη Ζώνη της Μέλιαν. Εκεί στο Νέλντορεθ, ο Βασιλιάς Θίνγκολ του Ντόριαθ και η Μάια Μέλιαν έκαναν μια κόρη, την Λούθιεν, και ήταν εκει όπου ο Μπέρεν είδε για πρώτη φορά την Λούθιεν να χορεύει στο σεληνόφως και την ερωτεύτηκε. Αφότου ο Μπέρεν πιάστηκε αιχμάλωτος απ' τον Σάουρον, ο Θίνγκολ γνώριζε ότι η Λούθιεν θα προσπαθούσε να τον σώσει, έτσι έβαλε να την φυλακίσουν σε ένα δεντρόσπιτο στην πιο ψηλή οξιά, την οποία οι Σίνταρ του Ντόριαθ ονόμαζαν Χίριλορν. Ο Δεντρογένης, όντας πολύ μεγάλος και έχοντας δει την Πρώτη Εποχή, θυμήθηκε ότι κάποτε του άρεσε να επισκέπτεται το Τάουρ-να-Νέλντορ (ένα άλλο όνομα για το Νέλντορεθ) κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, τότε που τα φύλλα ήταν χρυσά και κόκκινα.

Μόργουεν

H Morwen, που καταγόταν από τους Edain, ήταν η κόρη του Baragund (ανιψιού του Barahir, του πατέρα του Beren) του Οίκου του Bëor, η σύζυγος του Húrin του Οίκου του Marach και η μητέρα του Túrin Turambar, της Lalaith και της Niënor. Ήταν περήφανη, μελαχροινή, ψηλόλιγνη και όμορφη και οι άνθρωποι την ονόμαζαν Eledhwen. Μιλούσε λίγο και από τα παιδιά της μόνο ο γιος της ο Túrin κληρονόμησε την τάση της να κρατάει τα συναισθήματα και τις σκέψεις της για τον εαυτό της. Το όνομα Morwen σημαίνει "Σκοτεινή Κυρά", ενώ το επίθετο Eledhwen σημαίνει "Ξωτικόμορφη" στη Sindarin.


Η Μόργουεν γεννήθηκε στο βορειοανατολικό Ντορθόνιον και ήταν η κόρη του Μπάραγκουντ, του Άρχοντα του Λάντρος. Ανήκε στον Οίκο του Μπέορ και παντρεύτηκε τον Χούριν του Οίκου του Χάντορ (Μάραχ) και Άρχοντα του Ντορ-λόμιν. Μετά τη Μάχη της Ξαφνικής Φλόγας, η Μόργουεν και ο λαός της κινήθηκαν βορειοανατολικά μέσω του Έρεντ Γουέθριν και μετά από διαρκείς και μεγάλες απώλειες τελικά έφτασαν στο Ντορ-λόμιν στο Χίθλουμ και έτυχαν καλής υποδοχής από τους ανθρώπους εκεί. Με τον Χούριν έκαναν τρία παιδιά, τον Τούριν, τη Λάλαιθ και τη Νίενορ. Η Λάλαιθ πέθανε από την πανούκλα όταν ήταν τριών ετών.

Ντίορ Ελουχίλ

Ο Dior, που ονομάζεται επίσης Dior Eluchíl και που ήταν μισός Ξωτικό, ήταν ο γιος του διάσημου Ανθρώπου Beren του Μονόχειρα του Οίκου του Bëor (Πρώτος Οίκος των Edain) και της θρυλικής Πριγκίπισσας των Ξωτικών Luthien του Doriath. Αργότερα έγινε ο βασιλιάς του Doriath καθότι ήταν ο κληρονόμος του βασιλιά Elu Thingol και έγινε επίσης ο Υψηλός Βασιλιάς των Sindar. Το όνομα Dior πιθανότατα σημαίνει "διάδοχος". Ονομαζόταν επίσης Eluchíl που σημαίνει "Κληρονόμος του Elu", Ausir που σημαίνει "πλούσιος" και Aranel που σημαίνει "Ευγενές Ξωτικό" ή "Βασιλιάς των Ξωτικών".


Ο Ντίορ ήταν ένα από τα ομορφότερα όντα που έζησαν ποτέ. Προερχόταν από τρεις διαφορετικές φυλές, των Άινουρ (Μάιαρ), των Ανθρώπων και των Ξωτικών. Ο παππούς του από τη μεριά του πατέρα του ήταν ο Μπάραχιρ (ένας μεγάλος οπλαρχηγός των Εντάιν) και η γιαγιά του ήταν η Εμέλντιρ. Από τη μεριά της μητέρας του, παππούς του ήταν ο βασιλιάς Θίνγκολ και γιαγιά του η βασίλισσα Μέλιαν, η οποία ήταν μια από τους Μάιαρ.

Έλου Θίνγκολ

O Thingol, επίσης γνωστός ως Elu, ήταν ένα Ξωτικό με καταγωγή από τους Teleri κατά την Πρώτη Εποχή. Ήταν ο ιδρυτής και ο πρώτος Βασιλιάς του βορείου Βασιλείου του Doriath, Υψηλός Βασιλιάς των Sindar, σύζυγος της Maia Melian και πατέρας της Luthien. Γνωστός ως Elwë κατά τα πρώτα χρόνια των Eldar, ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Olwë, του Άρχοντα του Alqualondë, του Tol Eressëa και Υψηλού Βασιλιά των Teleri στο Aman. Ήταν επίσης καλός φίλος του Finwë, του πρώτου Υψηλού Βασιλιά των Noldor, τον καιρό προτού τα Ξωτικά φτάσουν στο Aman. Ως ο δεδομένος Άρχοντας του Beleriand, ο Thingol έγινε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της Πρώτης Εποχής, υποκινώντας την Αποστολή για το Silmaril, τη μεγαλύτερη νίκη του καιρού εκείνου, αλλά και την αιτία του δικού του χαμού. Το Εlu Thingol είναι η Sindarin εκδοχή του Quenya ονόματoς Elwë Singollo (Φαιοχίτων ή Γκριζοντυμένος).


Ο Θίνγκολ γεννήθηκε στην Κουιβιένεν σε καιρό πριν από τον Ήλιο και τη Σελήνη, όταν η Μέση-Γη φωτιζόταν μόνο από το φως των άστρων. Ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του Όλγουε, ενώ στις Ατέλειωτες Ιστορίες αναφέρεται ότι υπήρχε και ένας τρίτος αδερφός, ο Έλμο, απ' τον οποίο κατάγεται ο Κέλεμπορν. Τα μαλλιά του ήταν ασημένια και ήταν ο ψηλότερος όλων των Ξωτικών και των Ανθρώπων.

Σίνταρ

Οι Sindar (που σημαίνει "Οι Γκρίζοι" και που στον ενικό είναι Sinda) ήταν Ξωτικά με καταγωγή από τους Τeleri. Ήταν μια υπο-ομάδα των Eldar και μετέπειτα μια υπο-ομάδα των Τeleri, και τα Ξωτικά εκείνα που επέλεξαν να παραμείνουν στο Beleriand και να μην συνεχίσουν το Μεγάλο Ταξίδι. Ήταν επίσης γνωστοί ως Γκρίζα Ξωτικά. 


Σίνταρ ήταν το όνομα που δόθηκε απ' τους εξόριστους Νόλντορ σε εκείνους τους Τελέρι που ζούσαν στο Μπελέριαντ και δεν ολοκλήρωσαν το Μεγάλο Ταξίδι. Οι αρχικοί Σίνταρ ήταν φίλοι του Έλγουε Σίνγκολλο, οι οποίοι τον περίμεναν όταν εκείνος είχε χαθεί στο Ναν Έλμοθ. Αργότερα οι Λαϊκουέντι και οι υπόλοιποι Νάντορ που εισήλθαν στο Μπελέριαντ συχνά υπολογίζονταν ανάμεσα στους Σίνταρ.

Εστέ

H Estë (στην Quenya "Ανάπαυση") ήταν μια Ainu, σύζυγος του Vala Irmo και η Valie που ήταν υπεύθυνη για την γιατρειά του πόνου και την κούρασης. Ονομαζόταν επίσης αρκετές φορές "Estë η Χλωμή" και "Estë η Ευγενής" και ήταν πάντα ενδεδυμένη στα γκρί.


Η Εστέ έμενε με τον σύζυγό της, τον Βάλα Ίρμο, στο Λόριεν. Δεν κυκλοφορούσε τη μέρα, αλλά κοιμόταν σε ένα νησί της λίμνης Λόρελλιν στο Λόριεν. Όλοι όσοι έμειναν στο Βάλινορ αντλούσαν φρεσκάδα από τις πηγές της Εστέ και του Ίρμο στο Λόριεν. Ομοίως, στους Κήπους του Λόριεν, συχνά έρχονταν οι ίδιοι οι Βάλαρ, καθώς εκεί έβρισκαν ανακούφιση και ανάπαυση από τα βάρη και τις έγνοιες της Άρντα. Η Μάια Μέλιαν, προτού αναχωρήσει για τη Μέση-Γη, είχε υπηρετήσει και την Εστέ και τη Βάνα. Στο Λόριεν, η Μέλιαν έζησε αρκετά φροντίζοντας τα δέντρα που άνθιζαν στους Κήπους του Λόριεν.

Ντόριαθ

To Doriath ήταν η γη των Sindar. Ονομαζόταν η Περιφραγμένη Γη, επειδή η βασίλισσά του, η Μelian, το περιέβαλε με μια μαγική Ζώνη, έτσι ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να εισέλθει χωρίς την άδεια του βασιλιά Thingol. Το βασίλειο υπήρχε κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού των Χρόνων των Δέντρων και κατά το μεγαλύτερο μέρος της Πρώτης Εποχής των Χρόνων του Ηλίου. Για χιλιάδες χρόνια παρέμεινε χωριστό από τον έξω κόσμο υπό την ηγεσία του βασιλιά Thingol και την προστασία της συζύγου του, της Maia Μelian, μέχρι που συντάχθηκε στον πόλεμο εναντίον του Morgoth και συμμερίστηκε τη μοίρα των Noldor, λόγω του Όρκου του Fëanor.


Το Ντόριαθ ονομάστηκε αρχικά Έγκλαντορ. Βρισκόταν στο μέσον του Μπελέριαντ, ανάμεσα στα Έρεντ Γκόργκοροθ (Τα Βουνά του Τρόμου) στα βόρεια, τους λόφους Άντραμ στα νότια, το Τάλαθ Ντίρνεν στα δυτικά και το Έστολαντ στα ανατολικά. Ήταν ένα βασίλειο από δάση γύρω από τον μεγάλο ποταμό Σίριον, και μέσα σε αυτό ήταν τα δάση Νέλντορεθ (επίσης Taur-na-Neldor), Νίβριμ (το δάσος με τις βελανιδιές) και Ρέγκιον (το κύριο δάσος). Τα δάση του Μπρέθιλ και του Ναν Έλμοθ θεωρούνταν ότι ήταν κάτω από την επιρροή του Θίνγκολ, αν και αυτά δεν ήταν κάτω από τον άμεσο έλεγχό του και επιπλέον βρίσκονταν έξω από τη Ζώνη της Μέλιαν. Ο Βασιλιάς Θίνγκολ του Ντόριαθ, ο Υψηλός Βασιλέας των Σίνταρ, έβλεπε όλο το Μπελέριαντ ως βασίλειό του, από τον Γκέλιον ως τη Μπελέγκαερ. 

Λέμπας

To Lembas πρωτοδημιουργήθηκε από τη Yavanna από ένα ειδικό καλαμπόκι που φύτρωνε στο Aman, και το οποίο το έδωσε ο Orome στα Ξωτικά που έκαναν το Μεγάλο Ταξίδι. Για αυτό τον λόγο ήταν έθιμο των Ξωτικών να φτιάχνεται μόνο από γυναίκες. Εκείνες που γνώριζαν τη μυστική αυτή συνταγή ονομάζονταν Yavannildi. Επιπλέον, το έθιμο ήθελε το Lembas να διατηρείται και να μοιράζεται από Ξωτικό βασίλισσα.



Το Λέμπας δινόταν σε μη-Ξωτικά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, επειδή υπήρχε η πεποίθηση ότι οι θνητοί που θα το έτρωγαν θα επιθυμούσαν - λόγω της θνησιμότητάς τους - να ζήσουν μαζί με τα Ξωτικά. Το ίδιο το καλαμπόκι ήταν αθάνατο και χρειαζόταν μόνο λίγο ηλιακό φως για να ωριμάσει, βλαστούσε και μεγάλωνε γρήγορα, ενώ μπορούσε κάποιος να το σπείρει σε οποιαδήποτε εποχή. Ήταν όμως επιρρεπές στους βόρειους ανέμους όσο ο Μόργκοθ κατοικούσε εκεί. Οι Έλνταρ το καλλιεργούσαν σε φυλασσόμενες περιοχές και σε ηλιόλουστα ξέφωτα.

Μέλιαν

Η Melian (σε Sindarin Αγαπητό Δώρο) ήταν Maia, σύζυγος του Elu Thingol, μητέρα της Luthien και βασίλισσα του Doriath στο Beleriand. Όταν η Luthien παντρεύτηκε τον Beren Erchamion, είχε ως αποτέλεσμα το αίμα των Maiar να περάσει - μέσω της Melian - στα Ξωτικά και τους Ανθρώπους. Στην Quenya το όνομά της ήταν Melyanna από το mel που σημαίνει "αγάπη" και το anna που σημαίνει "δώρο"). Ονομαζόταν επίσης Tóril που σημαίνει "Βασίλισσα". 


Πριν έρθει στη Μέση-Γη, η Μέλιαν υπηρέτησε τη Βάνα και την Εστέκαι κατοίκησε στο Λόριεν φροντίζοντας τα δέντρα, των οποίων αγαπούσε τις βαθιές σκιές. Ανάμεσα στο λαό της κανένας δεν ήταν σοφότερος, πιο όμορφος, ή περισσότερο εξειδικευμένος στο μαγευτικό τραγούδισμα από την Μέλιαν. Όταν το φως των Δύο Δέντρων σμίγει, η Μέλιαν τραγουδάει και οι Βάλαρ σταματούν το έργο τους για να την ακούσουν. Τα αηδόνια πήγαιναν μαζί της οπουδήποτε και αν πήγαινε, και εκείνη τους δίδαξε το τραγούδι τους. Όταν τα Ξωτικά ξύπνησαν στην όχθη της λίμνης Κουιβίενεν έφυγε από το Βάλινορ και πήγε στη Μέση-Γη, όπου γέμισε εκεί τη σιωπή με το τραγούδι της και το κελάηδισμα των πουλιών της.

Μπέρεν και Λούθιεν

 Μπέρεν

Από τις ιστορίες της λύπης και της καταστροφής που φτάνουν ως εμάς από κείνες τις μέρες υπάρχουν και μερικές που ανάμεσα στους θρήνους υπάρχει χαρά και κάτω από την σκιά του θανάτου φώς που διατηρείται. Και από αυτές τις ιστορίες η πιο ωραία στ' αφτιά των Ξωτικών εξακολουθεί να είναι η ιστορία του Μπέρεν και της Λούθιεν. Από την ζωή τους έγινε η Ωδή της Λεϊθιαν, της Απαλλαγής από τα Δεσμά, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη από τις ωδές που αναφέρονται στον αρχαίο κόσμο. Εδώ η διήγηση εξιστορείται με λιγότερα λόγια και χωρίς μουσική.

 
Ο Άρχοντας της Σκιάς, Μόργκοθ, καταδίωκε έναν από τους τελευταίους μαχητές του Ντορθόνιον. Αρχηγός των παράνομων Ανθρώπων ήταν ο Μπαραχίρ. Εκείνος και οι δώδεκα σύντροφοί του βρήκαν φρικτό θάνατο από μια ομάδα Όρκ μετά από μη θελημένη προδοσία. Ένας έλειπε από την νυχτερινή σφαγή, ο γιος του Μπαραχίρ, ο Μπέρεν. Εκείνος βρισκόταν μακριά, γιατί ο πατέρας του τον είχε στείλει να κατασκοπεύσει τον εχθρό. Εκείνη την νύχτα, αφού ξάπλωσε να κοιμηθεί εξαντλημένος, ήρθε στο όνειρό του δολοφονημένος ο Γκόρλιμ, ο μοιραίος προδότης. Ο Γκόρλιμ τον ενημέρωσε για την προδοσία του και για τον άγριο θάνατό του και του είπε να βιαστεί να ειδοποιήσει τον πατέρα του.

Μάιαρ

Σύμφωνα με την Βαλακουέντα (ενότητα του βιβλίου Σιλμαρίλλιον που περιγράφει την δημιουργία της Έα), οι Μάιαρ ήταν πνεύματα που υπήρχαν πριν από την δημιουργία της Έα, και κατέβηκαν σ' αυτήν για να βοηθήσουν τους ανώτερούς τους Βάλαρ ώστε να την απαλλάξουν από το Κακό. Δεν έχει γίνει γνωστός ο αριθμός τους, γιατί σπάνια εμφανίζονταν στις Ιστορίες. Μέσα από τα βιβλία γίνονται γνωστά πέντε ονόματα. Η πρώτη Μάια που εμφανίζεται είναι η Ίλμαρε, υπηρέτρια της Βάρντα, και ο Έονγουε, ο αγγελιαφόρος του Μάνγουε, του Βασιλιά των Βάλαρ. Επίσης, παρουσιάζονται ο Όσσε και η Ούινεν, δύο θαλασσινές θεότητες που αντιπροσωπεύουν την φουρτούνα και την ήρεμη θάλασσα αντίστοιχα. Τέλος, στις Ιστορίες εμπλέκεται η Μέλιαν, η μόνη θεότητα που παντρεύτηκε Ξωτικό και μετέδωσε το Αίμα των Θεών σε Ξωτικά και Ανθρώπους. Γνωστός επίσης από τις ιστορίες ήταν και ο Ολόριν, ο οποίος αργότερα θα παρουσιαστεί στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ως Γκάνταλφ .


Οι Μάιαρ, ήταν οι βοηθοί και οι υπηρέτες των Βάλαρ. Ήταν και αυτοί πνεύματα που μπορούσαν να πάρουν ό,τι μορφή ήθελαν. Οι Μάιαρ είχαν κι αυτοί μεγάλη δύναμη, αλλά μόλις άφηναν τη μορφή που είχαν πάρει, έχαναν τη δύναμή τους, όπως συνέβη και στον Σάουρον. Πέρα από τον Σάουρον, άλλοι γνωστοί Μάιαρ ήταν ο Ολόριν, γνωστότερος ως Γκάνταλφ ο Γκρίζος, οι Μπάλρογκς, η Ουνγκόλιαντ, η Μέλιαν, μητέρα της Λούθιεν, ο Ράνταγκαστ, ο Σάρουμαν κ.α. Οι δυο αρχηγοί των Μάιαρ ήταν ο Έονγουε και η Ίλμαρε, υπηρέτες, αντίστοιχα, των Μάνγουε και Βάρντα.