Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sons of feanor. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sons of feanor. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άμροντ και Άμρας

Oι δίδυμοι Amrod και Amras ήταν οι νεότεροι γιοι του Fëanor και της Nerdanel. Μέσω της μητέρας τους κληρονόμησαν τα κόκκινα μαλλιά τους, αντί για τα μαύρα μαλλιά του Fëanor. Ο Amrod ήταν ο έκτος από τους επτά Γιούς του Fëanor, ενώ ο Amras ο έβδομος και νεότερος. Ήταν μεγάλοι κυνηγοί στα δάση της Μέσης-Γης και δεν συμμετείχαν σε μεγάλο βαθμό στην Πολιορκία της Angband, ωστόσο χάθηκαν στην Τρίτη Αδελφοκτονία στις εκβολές του Sirion.


Ο Άμροντ και ο αδελφός του Άμρας γεννήθηκαν κάποια στιγμή κατά τους Χρόνους των Δέντρων στο Βάλινορ. Οι δίδυμοι ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους και, παρά το γεγονός ότι έμοιαζε πολύ ο ένας στον άλλον στο πρόσωπο και στο χαρακτήρα, τα μαλλιά του Άμροντ έγιναν πιο σκούρα σε σχέση με του Άμρας μετά την παιδική ηλικία. 

Καράνθιρ

O Caranthir, επίσης γνωστός ως Caranthir o Μελαμψός, ήταν ο τέταρτος γιος του Fëanor και της Nerdanel, και από τα επτά αδέρφια ήταν ο πιο σκληρός και γρήγορος στον θυμό. Caranthir είναι η Sindarin μετάφραση του oνόματος που του έδωσε η μητέρα του, Carnistir, "Κοκκινοπρόσωπος". Το όνομα που του έδωσε ο πατέρας του ήταν Morifinwë, "Μελαμψός Finwë". Σκοτώθηκε στο Menegroth στη Δεύτερη Αδελφοκτονία.


Όπως και με τους άλλους γιους του Φέανορ, ο Καράνθιρ δεσμεύεται από έναν όρκο για να ανακτήσει τα Σίλμαριλς του πατέρα του, τα οποία είχαν κλαπεί από τον Σκοτεινό Άρχοντα Μόργκοθ. Αυτός ο όρκος έκανε τα επτά αδέλφια να φτάσουν στη Μέση-Γη κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής όπου και ίδρυσαν βασίλεια ενόσω ήταν εξόριστοι, έκαναν πολέμους ενάντια στις στρατιές του Μόργκοθ, πολέμησαν τη δική τους φυλή - αυτή των Ξωτικών - και τελικά επέφεραν την καταστροφή στον ίδιο τους τον εαυτό.
 

Κέλεγκορμ

O Celegorm, που ονομάζεται επίσης Celegorm ο Ξανθός, ήταν ο τρίτος γιος του Fëanor και της Nerdanel, κι από όλους τους αδερφούς του εκείνος ήταν πιο στενά συνδεδεμένος με τον Curufin. Ήταν μεγάλος κυνηγός και φίλος του Vala Oromë και περιγράφεται ξανθός, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα μαύρα και κόκκινα μαλλιά των γονιών του και των έξι αδελφών του. Ο Celegorm, δεσμευόμενος από τον Όρκο του, έφτασε στη Μέση-Γη με τα αδέλφια του και δημιούργησαν μεγάλα βασίλεια στην εξορία, ενώθηκαν με τους συγγενείς τους από τον Οίκο του Fingolfin και πολέμησαν ενάντια στις στρατιές του Morgoth. Σκοτώθηκε από τον Dior Eluchil στο Menegroth στη Δεύτερη Αδελφοκτονία.


Ο Κέλεγκορμ γεννήθηκε στο Βάλινορ κατά τη διάρκεια των Χρόνων των Δέντρων. Ήταν πολύ στενός φίλος με τον Όρομε και πιθανότατα κυνηγούσε μαζί του στα δάση του, ενώ παράλληλα έμαθε πολλά για τα πουλιά και τα ζώα και μπορούσε επίσης να καταλάβει αρκετές από τις γλώσσες τους. Είχε φέρει μαζί του από το Βάλινορ τον Χούαν, το μεγάλο λυκόσκυλο, που ήταν δώρο από τον Όρομε.

Νίμλοθ (Ξωτικό)

H Nimloth, ένα Ξωτικό του Doriath στην Πρώτη Εποχή, ήταν η σύζυγος του Dior και η μητέρα των Elwing, Eluréd και Elurín. Ήταν η κόρη του Galathil, γιου του Galadhon, γιου του Elmo. Ο Elmo ήταν ο αδελφός του Olwë και του Elwë, καθιστώντας την έτσι συγγενή του βασιλιά Thingol. Όταν ο Thingol πέθανε και ανέλαβε τον θρόνο ο Dior, η Nimloth έγινε Βασίλισσα του Doriath. Το όνομα Nimloth σημαίνει "Λευκό Λουλούδι" στη Sindarin.


Η Νίμλοθ παντρεύτηκε τον Ντίορ τον Όμορφο, τον δεύτερο ξάδελφό της, γεγονός που την κατέστησε κληρονόμο της Μέλιαν, τη Βασίλισσα του Ντόριαθ. Για λίγα χρόνια πριν το θάνατο του Θίνγκολ, έζησε κοντά στην γη του Λάνθιρ Λάμαθ στους πρόποδες των Γαλάζιων Βουνών στα Βορειοανατολικά. Εκεί γέννησε τρία παιδιά, τον Ελουρέντ, τον Ελουρίν και την Έλγουινγκ.

Ντίορ Ελουχίλ

Ο Dior, που ονομάζεται επίσης Dior Eluchíl και που ήταν μισός Ξωτικό, ήταν ο γιος του διάσημου Ανθρώπου Beren του Μονόχειρα του Οίκου του Bëor (Πρώτος Οίκος των Edain) και της θρυλικής Πριγκίπισσας των Ξωτικών Luthien του Doriath. Αργότερα έγινε ο βασιλιάς του Doriath καθότι ήταν ο κληρονόμος του βασιλιά Elu Thingol και έγινε επίσης ο Υψηλός Βασιλιάς των Sindar. Το όνομα Dior πιθανότατα σημαίνει "διάδοχος". Ονομαζόταν επίσης Eluchíl που σημαίνει "Κληρονόμος του Elu", Ausir που σημαίνει "πλούσιος" και Aranel που σημαίνει "Ευγενές Ξωτικό" ή "Βασιλιάς των Ξωτικών".


Ο Ντίορ ήταν ένα από τα ομορφότερα όντα που έζησαν ποτέ. Προερχόταν από τρεις διαφορετικές φυλές, των Άινουρ (Μάιαρ), των Ανθρώπων και των Ξωτικών. Ο παππούς του από τη μεριά του πατέρα του ήταν ο Μπάραχιρ (ένας μεγάλος οπλαρχηγός των Εντάιν) και η γιαγιά του ήταν η Εμέλντιρ. Από τη μεριά της μητέρας του, παππούς του ήταν ο βασιλιάς Θίνγκολ και γιαγιά του η βασίλισσα Μέλιαν, η οποία ήταν μια από τους Μάιαρ.

Μαέδρος

O Maedhros, που ονομάζεται επίσης Maedhros ο Ψηλός, ήταν ένας από τους πρίγκιπες των Noldor, ο μεγαλύτερος από τους επτά Γιούς του Fëanor και της Nerdanel και επικεφαλής του Οίκου του Fëanor μετά το θάνατο του πατέρα του στη Μέση-Γη. Είχε άγριο πνεύμα που σκλήρυνε από το μαρτύριο που τον υπέβαλλε ο Morgoth στα Thangorodrim, αν και σίγουρα ήταν πιο ήπιο από του πατέρα του. Ήταν εξαιρετικά εξειδικευμένος ξιφομάχος, παρά την απώλεια του δεξιού του χεριού. Ήταν γνωστός για την ομορφιά του, ιδίως για τα βαθυκόκκινα μαλλιά του, τα οποία ήταν σε αντίθεση με τα σκούρα μαλλιά των βασιλικών συγγενών του. Για εκατοντάδες χρόνια, ηγήθηκε του Οίκου του ενάντια στις δυνάμεις του Morgoth, ο Όρκος όμως που πήρε ο ίδιος και οι έξι αδερφοί του για την ανάκτηση των Silmarils τον οδήγησε τελικά στον θάνατό του. Όταν πέθανε στο τέλος της Πρώτης Εποχής κατείχε ένα από τα Silmarils. Σύμφωνα με σημειώσεις αναφορικά με τις ετυμολογίες των ονομάτων, το όνομα Maedhros είναι πρωτότυπο Noldorin και λέγεται ότι σημαίνει "Χλωμή Λάμψη".


O Μαέδρος γεννήθηκε στo Βάλινορ κατά τη διάρκεια των Χρόνων των Δέντρων. Το όνομα που του δόθηκε από τον πατέρα του ήταν Νελυαφίνγουε (Nelyafinwë), που σημαίνει "Φίνγουε ο Τρίτος" στην Κουένυα. Το όνομα που του δόθηκε από την μητέρα του ήταν Μαιτίμο (Maitimo), "Καλοσχηματισμένος", γιατί ήταν γνωστός για την ωραιότητά του.
 

Οι Γιοί του Φέανορ

Οι Γιοί του Fëanor, οι επτά πρίγκηπες των Noldor, ήταν οι Maedhros, Maglor, Celegorm, Caranthir, Curufin, Amrod και Amras. Πήραν τον Όρκο του Fëanor μαζί με τον πατέρα τους, σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να ανακτήσουν με κάθε κόστος τα λαμπερά Silmarils που έκλεψε ο Morgoth από τον Fëanor. Αυτός ο όρκος έκανε τα επτά αδέλφια να φτάσουν στη Μέση-Γη στην αυγή της Πρώτης Εποχής, όπου και ίδρυσαν βασίλεια όσο ήταν εξόριστοι, έκαναν πολέμους ενάντια στις στρατιές του Μorgoth, πολέμησαν τη δική τους φυλή - αυτή των Ξωτικών - και τελικά επέφεραν την καταστροφή στον ίδιο τους τον εαυτό.


Μετά τον όρκο τους να ανακτήσουν τα Σίλμαριλς με οποιοδήποτε κόστος και να μην σταματήσουν πουθενά και σε τίποτα αν δεν τα καταφέρουν, εκείνοι και ο πατέρας τους οδήγησαν τους Νόλντορ από το Βάλινορ στο Μπελέριαντ καταδιώκοντας τον Μόργκοθ, ο οποίος έκλεψε το μεγαλύτερο έργο του Φέανορ, τα Σίλμαριλς. Εφόσον ο Φέανορ πέθανε νωρίς στη μάχη, οι γιοι του έγιναν η κινητήριος δύναμη πίσω από τους επακόλουθους πολέμους. Ο ηρωισμός τους ήταν μεγάλος και ήταν πανίσχυροι ηγέτες και εχθροί του Μόργκοθ, αλλά λόγω του Όρκου του Φέανορ (τον οποίο όλοι έδωσαν), οι ενέργειές τους εντέλει μετατράπηκαν σε κακές.

Κουρούφιν

O Curufin, ο επονομαζόμενος επίσης Επιδέξιος, ήταν πρίγκηπας των Ñoldor και ο πέμπτος από τους επτά γιους του Fëanor και της Nerdanel. Ήταν ο αγαπημένος του Fëanor και του έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση, στην ιδιοσυγκρασία και στην ικανότητα. Το όνομα που του δόθηκε απ' τον πατέρα του ήταν Curufinwë ("Επιδέξιος γιος του Finwë). Ήταν επίσης ο πατέρας του Celebrimbor, του μεγαλύτερου τεχνίτη του Eregion (και της Μέσης-Γης γενικότερα, μετά τον Fëanor), που σφυρηλάτησε τα Τρία Δαχτυλίδια των Ξωτικών.


Ο Κουρούφιν γεννήθηκε στην Τίριον κατά τη διάρκεια των Χρόνων των Δέντρων και του δόθηκε το όνομα Κουρουφίνγουε (Curufinwë, Επιδέξιος γιος του Φίνγουε), ίδιο με του πατέρα του. Το όνομα που του έδωσε η μητέρα του ήταν Αταρίνκε (Atarinkë, Μικρός Πατέρας). Όσο βρισκόταν ακόμη στο Βάλινορ παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο, τον Κελεμπρίμπορ, ο οποίος ήταν σε πλήρη αντίθεση με τον πατέρα του και που αργότερα αντιπάθησε τις πράξεις και τις σχέσεις του με τους άλλους Νόλντορ.

Νέρντανελ

H Nerdanel, επίσης γνωστή ως Nerdanel η Σοφή, ήταν η κόρη του μεγάλου Noldo μεταλλουργού Mahtan και η σύζυγος του Feanor. Ήταν αξιοθαύμαστη γλύπτρια και λέγεται ότι έφτιαχνε αγάλματα τόσο ρεαλιστικά, που όσοι τα έβλεπαν νόμιζαν ότι ήταν αληθινά. Αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Feanor στη Μέση-Γη και ως εκ τούτου, παρέμεινε στο Aman, γλυτώνοντας τη Μοίρα του Mandos.


Η οικογένεια της Νέρντανελ είναι πολύ ενδιαφέρουσα, καθότι είναι τα μόνα γνωστά Ξωτικά με κόκκινα μαλλιά. Ο πατέρας της, ο Μάχταν, και τρεις από τους γιούς της (οι Μαέδρος, Άμροντ και Άμρας), περιγράφονται με καστανοκόκκινα μαλλιά και αυτό αναφέρεται ως χαρακτηριστικό της οικογένειάς της.

Φέανορ

O Fëanor ήταν ο μεγαλύτερος και πιο αγαπημένος γιος του Finwë και ετεροθαλής αδερφός του Fingolfin και του Finarfin. Ήταν ο μεγαλύτερος των Noldor και αρχηγός της ανταρσίας τους. Είχε τη μεγαλύτερη ικανότητα με τον λόγο και τα χέρια, ήταν φημισμένος τεχνίτης, κατασκευαστής κοσμημάτων και πολεμιστής. Το πιο διάσημο έργο του ήταν τα Silmarils, ενώ δημιούργησε επίσης τα palantíri και εφηύρε την ευρέως χρησιμοποιούμενη γραφή Fëanorian (Tengwar). Σκοτώθηκε στη Mithrim στη Dagor-nuin-Giliath. Το αρχικό  όνομά του ήταν Curufinwe (curu = δεξιοσύνη, "Επιδέξιος Γιος του Finwë"). Έδωσε αυτό το όνομα στον πέμπτο γιο του, τον Curufin, ο ίδιος όμως γνωριζόταν πάντα από το όνομα που του είχε δώσει η μητέρα του, Fëanáro, που σημαίνει "Πνεύμα της Φωτιάς" στην Quenya (fea=πνεύμα, nar=φωτιά). Το Fëanor είναι η Sindarin εκδοχή του Fëanáro, ωστόσο, η σωστή μορφή του ονόματος στη Sindarin ήταν Faenor. Το παθιασμένο μίσος του για τον Morgoth και ο τρομερός Όρκος του, οδήγησαν άμεσα στους μεγάλους θριάμβους αλλά και στις μεγαλύτερες τραγωδίες της Πρώτης Εποχής.


Γεννημένος το 1169 των Χρόνων των Δέντρων, ο Curufinwë Fëanáro (όπως ήταν το αρχικό του όνομα στην Quenya) ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Φίνγουε, του βασιλιά των Νόλντορ, και της πρώτης συζύγου του, Μίριελ Σέριντε. Όταν γεννήθηκε, τράβηξε πολλή από την ενέργεια της μητέρας του, ώστε η ίδια έχασε την δύναμη και την όρεξή της για ζωή και αναχώρησε για το Λόριεν, όπου άφησε οικειοθελώς την υλική μορφή της και πέθανε. Ο Φίνγουε ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε δύο γιους, τους ετεροθαλείς αδελφούς του Φέανορ, τον Φινγκόλφιν και τον Φινάρφιν, καθώς και δύο κόρες, τη Φίντις και την Ίριμε. Οι ικανότητες του Φέανορ αναπτύσσονταν και εκτός από έμπειρος μεταλλουργός, ήταν και άριστος γλωσσολόγος. Το 1250 επινόησε το σύστημα γραφής Τengwar, βελτιώνοντας το έργο του Ρούμιλ. Στη συνέχεια το μυαλό του στράφηκε στη μελέτη των πολύτιμων λίθων. Νέος ακόμα, ο Φέανορ, παντρεύτηκε τη Νέρντανελ, την κόρη του Μάχταν, και μαζί έκαναν επτά γιους: τους Μαέδρος, Μάγκλορ, Κέλεγκορμ, Καράνθιρ, Κουρούφιν, Άμροντ και Άμρας.

Ντόριαθ

To Doriath ήταν η γη των Sindar. Ονομαζόταν η Περιφραγμένη Γη, επειδή η βασίλισσά του, η Μelian, το περιέβαλε με μια μαγική Ζώνη, έτσι ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να εισέλθει χωρίς την άδεια του βασιλιά Thingol. Το βασίλειο υπήρχε κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού των Χρόνων των Δέντρων και κατά το μεγαλύτερο μέρος της Πρώτης Εποχής των Χρόνων του Ηλίου. Για χιλιάδες χρόνια παρέμεινε χωριστό από τον έξω κόσμο υπό την ηγεσία του βασιλιά Thingol και την προστασία της συζύγου του, της Maia Μelian, μέχρι που συντάχθηκε στον πόλεμο εναντίον του Morgoth και συμμερίστηκε τη μοίρα των Noldor, λόγω του Όρκου του Fëanor.


Το Ντόριαθ ονομάστηκε αρχικά Έγκλαντορ. Βρισκόταν στο μέσον του Μπελέριαντ, ανάμεσα στα Έρεντ Γκόργκοροθ (Τα Βουνά του Τρόμου) στα βόρεια, τους λόφους Άντραμ στα νότια, το Τάλαθ Ντίρνεν στα δυτικά και το Έστολαντ στα ανατολικά. Ήταν ένα βασίλειο από δάση γύρω από τον μεγάλο ποταμό Σίριον, και μέσα σε αυτό ήταν τα δάση Νέλντορεθ (επίσης Taur-na-Neldor), Νίβριμ (το δάσος με τις βελανιδιές) και Ρέγκιον (το κύριο δάσος). Τα δάση του Μπρέθιλ και του Ναν Έλμοθ θεωρούνταν ότι ήταν κάτω από την επιρροή του Θίνγκολ, αν και αυτά δεν ήταν κάτω από τον άμεσο έλεγχό του και επιπλέον βρίσκονταν έξω από τη Ζώνη της Μέλιαν. Ο Βασιλιάς Θίνγκολ του Ντόριαθ, ο Υψηλός Βασιλέας των Σίνταρ, έβλεπε όλο το Μπελέριαντ ως βασίλειό του, από τον Γκέλιον ως τη Μπελέγκαερ. 

Μάγκλορ

Ο Maglor ήταν ο δεύτερος γιος του Fëanor και της Nerdanel. Ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής και αοιδός των Noldor και λέγεται ότι είχε κληρονομήσει περισσότερο την ήπια ιδιοσυγκρασία της μητέρας του. Όπως και με τους άλλους γιους του Fëanor, ο Maglor δεσμεύεται από έναν όρκο για να ανακτήσει τα Silmarils του πατέρα του, τα οποία είχαν κλαπεί από τον Σκοτεινό Άρχοντα Morgoth. Αυτός ο όρκος έκανε τα επτά αδέλφια να φτάσουν στη Μέση-Γη κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής όπου και ίδρυσαν βασίλεια ενόσω ήταν εξόριστοι, έκαναν πολέμους ενάντια στις στρατιές του Μorgoth, πολέμησαν τη δική τους φυλή - αυτή των Ξωτικών - και τελικά επέφεραν την καταστροφή στον ίδιο τους τον εαυτό.


Ο Μάγκλορ έλαβε μέρος στην Πρώτη Αδελφοκτονία στο Αλκουαλόντε, και δημιούργησε τον θρήνο Noldolantë (Η Πτώση των Νόλντορ) σε ανάμνηση του τρομερού αυτού συμβάντος. Στο Μπελέριαντ, ο Μάγκλορ και τα αδέρφια του ακολούθησαν τον πατέρα τους και πολέμησαν στη Μάχη Κάτω από τα Άστρα (
Dagor-nuin-Giliath). Ο Φέανορ κατάφερε να διαλύσει τις στρατιές του Μόργκοθ αλλά πληγώθηκε θανάσιμα, και οι γιοι του έφεραν το σώμα του πίσω στην Μίθριμ. Καθώς πλησίαζαν στο Έιθελ Σίριον ο Φέανορ πέθανε αφού καταράστηκε τον Μόργκοθ τρεις φορές.