Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα nazgul. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα nazgul. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι Λεπίδες της Μόργκουλ

Οι Λεπίδες της Morgul, ήταν μαγικά και δηλητηριώδη στιλέτα που χρησιμοποιήθηκαν από τα Δαχτυλιδοφαντάσματα κατά τη διάρκεια της Τρίτης Εποχής. Το στιλέτο, αφού γευτεί τη σάρκα, σπάει, αφήνοντας ένα θραύσμα της λεπίδας στο θύμα του. Η εναπομείνουσα λεπίδα μετατρέπεται σύντομα σε σκόνη και το θραύσμα προχωράει μέσα στο σώμα προς την καρδιά. Εάν το θραύσμα της λεπίδας παραμείνει στο σώμα για πολύ καιρό, το θύμα γίνεται φάντασμα. Morgul σημαίνει "Μαύρη Μαγεία" στη Sindarin.

 
Ένα θύμα αυτής της λεπίδας ήταν ο Φρόντο, ο οποίος μαχαιρώθηκε από τον ίδιο τον Μάγο-Βασιλιά στο Άμον Σούλ. Ένα κομμάτι της λεπίδας παρέμεινε μέσα στην πληγή του, προχωρώντας προς την καρδιά του και απειλώντας να τον μετατρέψει σε φάντασμα. Ο Έλροντ μπόρεσε να απομακρύνει το θραύσμα και να θεραπεύσει την πληγή, αλλά κάθε χρόνο ανήμερα του τραυματισμού του, ο
Φρόντο αρρώσταινε βαριά. Τελικά, μόνο η αναχώρησή του για το Έλνταμαρ του πρόσφερε μόνιμη θεραπεία.

Γκίλντορ Ινγκλόριον

Ο Gildor Inglorion ήταν Ñoldo του Οίκου του Finrod κι έζησε στο Rivendell στην Τρίτη Εποχή. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 3018, ο Gildor και μια ομάδα Ξωτικών περνούσαν από το Shire, τραγουδώντας καθώς περπατούσαν και, χωρίς να το καταλάβουν, έκαναν έναν Nazgûl που καταδίωκε τον Frodo να τραπεί σε φυγή. Ο Gildor αναγνώρισε τον Frodo, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, διότι ήξερε τον Bilbo. Κάλεσε τον Frodo, μαζί με τους Sam Gamgee και Pippin Took, να περάσουν τη νύχτα με την συντροφιά των Ξωτικών.

 
Στα μάτια των Χόμπιτς, ο Γκίλντορ και τα Ξωτικά έμοιαζαν να λάμπουν καθώς περπατούσαν τη νύχτα, ενώ το αστρόφως έφεγγε στα μαλλιά και στα μάτια τους. Κατασκήνωσαν σε ένα ξέφωτο στο Γούντι Εντ, κοντά στο Γούντχολ, και τα Ξωτικά προμήθευσαν τα Χόμπιτς με ψωμί, φρούτα και ένα αρωματικό ποτό. Ο Φρόντο παρέμεινε ως αργά συζητώντας με τον Γκίλντορ για τους πολλούς κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν σύντομα τα Χόμπιτς. Ο Φρόντο είχε χαιρετήσει τον Γκίλντορ λέγοντας "Elen síla lúmenn' omentielvo" ("Ένα άστρο λάμπει από την ώρα που συναντηθήκαμε"), κι εκείνος εντυπωσιασμένος με τη γνώση της αρχαίας γλώσσας και των παραδόσεων, επαίνεσε τον Φρόντο και τον ονόμασε Φίλο των Ξωτικών. Ο Γκίλντορ αντιλήφθηκε ότι ο Εχθρός έψαχνε το Χόμπιτ, αν και δεν ήξερε γιατί. Ήταν απρόθυμος να δώσει στον Φρόντο οποιαδήποτε συμβουλή εν απουσία του Γκάνταλφ.

Εάρνουρ

O Eärnur ήταν ο 33ος και τελευταίος Βασιλιάς της Gondor, μέχρι την αποκατάσταση της μοναρχίας από τον Aragorn II Elessar. Η μεγαλύτερη νίκη του ήταν ενάντια στην Angmar το 1975 της Τρίτης Εποχής, στη Μάχη του Fornost, στην οποία νίκησε τον Μάγο-βασιλιά. Ανέλαβε τον θρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα του, του Eärnil II, το 2043, ενώ μετά την εξαφάνισή του οι Επίτροποι της Gondor κυβερνούσαν στο όνομά του για πολλές γενιές. Eärnur σημαίνει "Φίλος της Θάλασσας" στην Quenya.


Ο Εάρνουρ ήταν ο γιος του Εάρνιλ Β'. Δεν κληρονόμησε τη σοφία του πατέρα του, ενώ ήταν επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του σε αθλήματα με όπλα. Δεν επιθυμούσε καμία σύζυγο δίπλα του και η μόνη του ευχαρίστηση φαίνεται ότι ήταν η μάχη. Ήταν ένας εξαιρετικός πολεμιστής κι έγινε μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης προτού στεφθεί Βασιλιάς. Επιπλέον ήταν μέλος της Πέμπτης Γραμμής των Βασιλέων της Γκόντορ, η οποία ξεκίνησε με τον πατέρα του το 1944 της Τρίτης Εποχής και τελείωσε με τον ίδιο, λίγο παραπάνω από έναν αιώνα αργότερα.

Νάζγκουλ

Οι Nazgûl, γνωστοί και ως Ringwraiths, Ulairi, Εννέα Καβαλάρηδες, Μαύροι Καβαλάρηδες ή απλά οι Εννιά, ήταν οι φοβεροί υπηρέτες του Σκοτεινού Άρχοντα Sauron στην Μέση-Γη καθ' όλη την Δεύτερη και Τρίτη Εποχή και γέμιζαν με τρόμο τις καρδιές όσων τους συναντούσαν. Στα τελευταία χρόνια της Τρίτης Εποχής κατοικούσαν στη Minas Morgul και στο Dol Guldur. Μόνο δύο από τους Εννέα κατονομάζονται, ο Μάγος-Βασιλιάς της Angmar και ο Khamûl ο Ανατολίτης. Το όνομα Nazgûl είναι στην Μαύρη Ομιλία και σημαίνει "Δαχτυλιδοφάντασμα"


Οι Νάζγκουλ ήταν κάποτε εννέα μεγάλοι βασιλιάδες των Ανθρώπων,
τρεις από τους οποίους λέγεται ότι ήταν Άνθρωποι του Νούμενορ, στους οποίους δόθηκαν από τον Σάουρον τα Εννέα από τα Δαχτυλίδια της Δύναμης. Οι Εννέα τα πήραν και τα χρησιμοποίησαν για να επιτύχουν μεγάλη δύναμη, πλούτο και κύρος στη ζωή, αλλά καθώς περνούσε ο καιρός, τα Δαχτυλίδια ασκούσαν πάνω τους την επιρροή τους, παρατείνοντας τόσο τη ζωή τους, μέχρι που η διαβίωση τους έγινε αφόρητη, κάνοντάς τους τελικά φαντάσματα, αόρατους σε όλους - εκτός από εκείνους που μπορούσαν να δουν στον κόσμο των Φαντασμάτων - και δούλους στη θέληση του Σάουρον. Μέσω του Ενός Δαχτυλιδιού η ζωή και η εξουσία τους δέθηκε με τη δική του και ήταν ανίκανοι να τον παρακούσουν, ενώ όταν εκείνος αύξανε ή μείωνε την δύναμή του, το ίδιο έκαναν και οι Νάζγκουλ.

Μερίαντοκ "Μέρρυ" Μπράντιμπακ

O Meriadoc "Merry" Brandybuck, που ονομάζεται επίσης "ο Μεγαλοπρεπής", ήταν Hobbit, ο γιος του Saradoc Brandybuck και της Esmeralda Took, ξάδερφος του Frodo Baggins και ένας απ' τους στενότερους φίλους του. Ήταν ο κληρονόμος των Brandybucks στο Brandy Hall και, μετά τη συμμετοχή του στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, έγινε τελικά Κύριος εκεί. Αγαπούσε τα σκάφη και τα πόνι και είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τους χάρτες της Μέσης-Γης. Ήταν ένα από τα εννέα μέλη της Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού.


Ο Μέρρυ γεννήθηκε το 2982 της Τρίτης Εποχής στο Μπάκλαντ. Ήταν το μόνο παιδί του Σάραντοκ Μπράντιμπακ, του Κύριου του Μπάκλαντ, και της Εσμεράλντα Τούκ, της μικρότερης αδελφής του Πάλαντιν Τούκ Β'. Ήταν πρώτος ξάδελφος με τον γιο του Πάλαντιν, τον Πίππιν, και ο καλύτερός του φίλος.

Οσγκίλιαθ

Η Osgiliath, η αρχαία πρωτεύουσα του Βασιλείου της Gondor, ιδρύθηκε από τον Isildur και τον Anárion, τους γιούς του Elendil, κοντά στα τέλη της Δεύτερης Εποχής, αλλά ερημώθηκε κατά τη διάρκεια της Τρίτης Εποχής και σταδιακά καταστράφηκε. Στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, η πόλη απέκτησε στρατηγική σημασία ως σημείο διασταύρωσης πάνω από τον Anduin για τους Ανθρώπους της Gondor και τα Orcs της Mordor. Osgiliath στη Sindarin σημαίνει "Οχυρό των Άστρων".

 
Διοικώντας από κοινού, ο Ισίλντουρ και ο Ανάριον όρισαν την Οσγκίλιαθ ως την πρωτεύουσα της Γκόντορ,
του νοτίου Βασιλείου των Νουμενόριανς στην εξορία. Προστατευόταν από δύο μικρότερες πόλεις-φρούρια, την Μίνας Ίθιλ (όπου έζησε ο Ισίλντουρ) και τη Μίνας Άνορ (όπου έζησε ο Ανάριον), και πολύ σύντομα έγινε μια μεγάλη και ακμάζουσα πόλη.

Έογουιν

H Éowyn, η Αρχόντισσα του Rohan, επίσης γνωστή ως η Λευκή Κυρά του Rohan και η Αρχόντισσα της Ithilien, ήταν μέλος του Οίκου του Eorl και η ανιψιά του βασιλιά Theoden του Rohan. Ήταν η κόρη της Théodwyn, της αδελφής του Theoden, και του Éomund του Eastfold. Ο αδελφός της ήταν o Éomer Éadig. Μετά το τέλος του Πολέμου του Δαχτυλιδιού, παντρεύτηκε τον Faramir και έκαναν ένα γιο, τον Elboron.


Μετά το θάνατο των γονιών τους το 3002 της Τρίτης Εποχής, η Έογουιν και ο Έομερ πήγαν στο σπίτι του Θέοντεν και μεγάλωσαν εκεί. Η Έογουιν με τον καιρό έγινε ψηλή και λεπτή, με χάρη και περηφάνια που πήρε από τη μητέρα της.

Σάουρον

O Sauron (σε Quenya "o Μισητός", "ο Απεχθής") ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο έμπιστος υπηρέτης του Μorgoth πριν και κατά τη διάρκεια της Πρώτης Εποχής. Αρχικά ήταν Maia του Aule και ονομαζόταν Μairon, στη συνέχεια όμως δελεάστηκε απ'τον Melkor και - ως Gorthaur - έγινε υπολοχαγός του στους Πολέμους του Beleriand. Είχε την ικανότητα να παίρνει τη μορφή λύκου, φιδιού και νυχτερίδας. Μετά την πτώση του Μorgoth, συνέχιζε να πασχίζει να κατακτήσει τη Μέση-Γη καθ' όλη την Δεύτερη Εποχή, οπότε και εξαπάτησε υπό τη μορφή του Annatar τα Ξωτικά του Εregion, τα οποία υπό την καθοδήγησή του δημιούργησαν τα Δαχτυλίδια της Δύναμης, ενώ εκείνος σφυρηλάτησε παράλληλα στα κρυφά το Ένα Δαχτυλίδι στο Mount Doom στη Mordor. Έτσι ο Sauron έγινε ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Όσο εκείνος έκανε τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού ενάντια στους Ελεύθερους Λαούς της Μέσης-Γης, ο Frodo Baggins, ο Samwise Gamgee και το Gollum έφτασαν στο Βουνό του Χαμού και στις 25 Μαρτίου του 3019 της Τρίτης Εποχής κατέστρεψαν το Δαχτυλίδι. Η καταστροφή του Δαχτυλιδιού επέφερε την ολοκληρωτική ήττα του Sauron και σήμανε την έναρξη της Τέταρτης Εποχής και της Κυριαρχίας των Ανθρώπων.


Ως ένας από τους Μάιαρ, ο Σάουρον δημιουργήθηκε από τον Έρου Ιλούβαταρ πριν την Μουσική των Άινουρ. Στο ξεκίνημα του Χρόνου, ήταν ανάμεσα στους Άινουρ που εισήλθαν στην Έα. Εκεί έγινε ένας από τους Μάιαρ του Άουλε και ήταν γνωστός ως Μάιρον (Mairon, σε Quenya "ο Αξιοθαύμαστος"), ωστόσο, σύντομα δελεάστηκε απ' τον Μέλκορ και έγινε ο πιο πιστός του υπηρέτης. Έτσι, ονομάστηκε Γκορθάουρ (Gorthaur=Τρομερός Φόβος) από τους Σίνταρ του Μπελέριαντ της Πρώτης Εποχής, και Σάουρον (σε Quenya Sauron=Ο Μισητός, ο Απεχθής) από άλλους. Άλλα ονόματα του Σάουρον ήταν Νεκρομάντης, Μισητός Φόβος, Ανώνυμος Εχθρός, Σκληρός, Σκοτεινός Άρχοντας της Μόρντορ, Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Άνναταρ (Annatar, Ο Άρχοντας των Δώρων). Οι Ντουνεντάιν τον αποκαλούσαν "Σάουρον ο Απατεώνας" εξαιτίας του ύπουλου ρόλου που έπαιξε στον Καταποντισμό του Νούμενορ και στη Σφυρηλάτηση των Δαχτυλιδιών της Δύναμης.

Γκλορφίντελ

Ο Glorfindel ήταν ένα Ξωτικό άρχοντας της Gondolin που έζησε κατά τη διάρκεια των Παλαιών Ημερών. Στους θρύλους της Μέσης-Γης, υπάρχει ένα Ξωτικό που ονομάζεται Glorfindel ο οποίος πέθανε την Πρώτη Εποχή, αλλά το όνομα Glorfindel αναφέρεται και πάλι στις ιστορίες της Τρίτης Εποχής. Λέγεται ότι μετά το θάνατό του, στάλθηκε πίσω στην Μέση-Γη από τις Αίθουσες της Αναμονής για να ζήσει και πάλι και ότι αυτοί οι δύο Glorfindels ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο Ξωτικό. Δεν έχει γίνει πάντως ξεκάθαρο αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή για δύο διαφορετικά. Glorfindel σημαίνει στη Sindarin "Χρυσομάλλης".


Ο Γκλορφίντελ στην Πρώτη Εποχή:
Ο Γκλορφίντελ ήταν μεταξύ των Ξωτικών που έφυγαν από τους Αθάνατους Τόπους, αψηφώντας τους Βάλαρ, σε μια προσπάθεια να ανακτήσουν τα Σίλμαριλς από τον Μόργκοθ. Λέγεται ότι ο Γκλορφίντελ έλαβε μέρος στην εξέγερση, λόγω της συγγένειας και της υποταγής του στον Τούργκον, και ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στην Αδελφοκτονία.

Το Ένα Δαχτυλίδι

Ημερομηνία δημιουργίας: Το 1600 της Δεύτερης Εποχής.
Ημερομηνία καταστροφής: 25 Μαρτίου 3019, της Τρίτης Εποχής.
Δημιουργός: Σάουρον.
Τοποθεσία δημιουργίας: Βουνό του Χαμού στη Μόρντορ.
Κάτοχοι: Σάουρον, Ισίλντουρ, Σμήγκολ/Γκόλουμ, Μπίλμπο Μπάγκινς, Φρόντο Μπάγκινς, Σαμ Γκάμτζι.
Εμφάνιση: Ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι με μια επιγραφή που αποκαλυπτόταν μόνο μέσω της φωτιάς.

 

Το Ένα Δαχτυλίδι ήταν το μεγαλύτερο από όλα τα Δαχτυλίδια της Δύναμης. Ο Σάουρον το δημιούργησε για να ελέγχει τα υπόλοιπα, και για να το πράξει αυτό επένδυσε στο Ένα δαχτυλίδι ένα μεγάλο μέρος της δύναμης και της θέλησής του. Έτσι, το Ένα δαχτυλίδι ήταν μια πηγή μεγάλης δύναμης για τον Σάουρον, αλλά ήταν επίσης και η μεγαλύτερη αδυναμία του. Γιατί όταν το Ένα Δαχτυλίδι καταστράφηκε στις φωτιές του Βουνού του Χαμού, καταστράφηκε και ο ίδιος. Το Ένα Δαχτυλίδι ήταν μια χρυσή βέρα χωρίς κοσμήματα επάνω. Το μέγεθος του Δαχτυλιδιού άλλαζε έτσι ώστε να ταιριάζει στον χρήστη του. Το Δαχτυλίδι φαινόταν να είναι εντελώς απλό, χωρίς σημάδια, αλλά όταν θερμαινόταν με τη φωτιά μια επιγραφή αποκαλυπτόταν στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του. Η γραφή ήταν των Ξωτικών επειδή η καλλιγραφία ήταν απαραίτητη, αλλά η γλώσσα ήταν αυτή της Μαύρης Γλώσσας. Διαβάζεται ως εξής:

Τα Εννέα Δαχτυλίδια των Ανθρώπων

Τα Εννέα Δαχτυλίδια των Ανθρώπων είναι τα Δαχτυλίδια της Δύναμης που χρησιμοποίησε ο Sauron για να μετατρέψει εννέα Ανθρώπους σε Nazgul. Το κάθε ένα από τα Εννέα Δαχτυλίδια έφερε πάνω του ένα πολύτιμο λίθο. Δημιουργήθηκαν από τον Celebrimbor και τα Ξωτικά του Εregion γύρω στο 1500 της Δεύτερης Εποχής. Τα Ξωτικά έφτιαξαν τα Δαχτυλίδια κάτω από τις οδηγίες του Sauron, ο οποίος είχε έρθει μεταμφιεσμένος και τους εξαπάτησε σχετικά με την πραγματική του ταυτότητα. Τότε ο Sauron σφυρηλάτησε το Ένα Δαχτυλίδι για να ελέγχει τα άλλα Δαχτυλίδια της Δύναμης. Επειδή είχαν δημιουργηθεί από τα Ξωτικά με τη χρήση των δεξιοτήτων που τους δίδαξε ο Sauron, τα Εννέα Δαχτυλίδια ήταν υποταγμένα στο Ένα Δαχτυλίδι.


Ο Σάουρον κήρυξε τον πόλεμο στα Ξωτικά. Εισέβαλε στο Ερέγκιον το 1697 και άρπαξε τα Εννέα Δαχτυλίδια. Μοίρασε τα Δαχτυλίδια σε εννέα Ανθρώπους, τρεις από τους οποίους λέγεται ότι ήταν Άνθρωποι του Νούμενορ. Οι Άνθρωποι χρησιμοποίησαν τις δυνάμεις των Δαχτυλιδιών τους για να γίνουν μεγάλοι βασιλιάδες και μάγοι και να αποκτήσουν δόξα και πλούτο για τον εαυτό τους.