Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα isildur. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα isildur. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Βράχος του Έρεχ

Ο Βράχος του Erech ήταν ένας μεγάλος μαύρος βράχος που ήταν στημένος στο Λόφο του Erech, νότια των Λευκών Βουνών στη Gondor. Εκεί ήταν όπου ο βασιλιάς των Βουνών ορκίστηκε πίστη στον Isildur. Είχε σφαιρικό σχήμα και διάμετρο περίπου 6 μέτρα.



Στη Δεύτερη Εποχή, ο Ισίλντουρ έφερε μαζί του από το Νούμενορ έναν μεγάλο, μαύρο βράχο ως σύμβολο της γενιάς του. Τον έβαλε πάνω στο Λόφο του Έρεχ και εκεί ήταν όπου ο Βασιλιάς των Νεκρών και οι δικοί του ορκίστηκαν πίστη στον Ισίλντουρ, τον καιρό  της Τελευταίας Συμμαχίας. Επειδή όμως δεν τήρησαν τον όρκο τους, o Ισίλντουρ τους καταράστηκε να μην βρίσκουν ανάπαυση έως ότου εκπληρώσουν τον όρκο τους. Οι Επίορκοι στοίχειωσαν τους λόφους και τα Μονοπάτια των Νεκρών για περισσότερα από 3000 χρόνια.

Οι Επίορκοι

Οι Επίορκοι, επίσης γνωστοί ως οι Νεκροί του Dunharrow, οι Ακοίμητοι Νεκροί, ο Γκρίζος Λόχος ή ο Στρατός της Σκιάς, ήταν οι σκιές των Ανθρώπων των Λευκών Βουνών με καταγωγή από τους προ-Νúmenorians. Tους καταράστηκε ο Isildur να παραμείνουν στη Μέση Γη και να μην βρίσκουν ανάπαυση, αφότου έσπασαν τον Όρκο τους, αρνούμενοι να βοηθήσουν στον Πόλεμο της Τελευταίας Συμμαχίας ενάντια στον Sauron. Λίγο πριν το τέλος της Τρίτης Εποχής στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, ο Aragorn, ο κληρονόμος του Isildur, τους κάλεσε να πολεμήσουν μαζί του εναντίον του Sauron, ώστε να εκπληρώσουν τον όρκο τους και να απελευθερωθούν από την κατάρα.


Οι Επίορκοι ήταν κάποτε Άνθρωποι των Λευκών Βουνών. Μετά την ίδρυση της Γκόντορ, ο Βασιλιάς τους ορκίστηκε πίστη στον Ισίλντουρ και στους Ντουνεντάιν, στα τέλη της Δεύτερης Εποχής. Κατά τη διάρκεια, ωστόσο, των Μαύρων Χρόνων, λάτρευαν τον Σάουρον, κι έτσι όταν ήρθε η ώρα να εκπληρώσουν τον όρκο τους και να πολεμήσουν δίπλα στον Ισίλντουρ, ενάντια στον αρχαίο αφέντη τους, έσπασαν τον όρκο τους κι αρνήθηκαν να ενταχθούν στην Τελευταία Συμμαχία. Τότε ο Ισίλντουρ τους καταράστηκε λέγοντας στον βασιλιά τους:

"Εσύ θα είσαι ο τελευταίος βασιλιάς. Και αν η Δύση αποδειχτεί
ισχυρότερη από τον Μαύρο σου Κύριο, αυτή την κατάρα δίνω σ' εσένα
και στο λαό σου: ποτέ να μη βρείτε ανάπαυση ώσπου να εκπληρωθεί ο όρκος σας.
Διότι αυτός ο πόλεμος θα διαρκέσει χρόνια αμέτρητα και πριν από το τέλος του
θα κληθείτε για άλλη μία φορά".

Τα Βασίλεια της Εξορίας και η Γενεαλογία τους

ΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ


Η γενεαλογία του Βορείου Βασιλείου
Οι κληρονόμοι του Ισίλντουρ

Άρνορ: Ελέντιλ (♱3441 Δ.Ε.), Ισίλντουρ (♱2 Τ.Ε.), Βαλάντιλ (♱249), Έλντακαρ (♱339), Άρανταρ (♱435), Τάρκιλ (♱515), Ταρόντορ (♱602), Βαλάντουρ (♱652), Ελέντουρ (♱777), Εαρέντουρ (♱861).

Αρθεντάιν (Βασίλειο των Ντουνεντάιν): Άμλαϊθ του Φόρνοστ (ο μεγαλύτερος γιος του Εαρέντουρ) (♱946), Μπέλεγκ (♱1029), Μάλορ (♱1110), Κέλεφαρν (♱1191), Κελεμπρίντορ (♱1272), Μαλβέγκιλ (♱1349), 'Αργκελεμπ Α' (♱1356), Άρβελεγκ Ά (♱1409), Άραφορ (♱1589), Άραφαντ (♱1964), Αρβέντουι (ο τελευταίος βασιλιάς) (♱1975). Τέλος του Βορείου Βασιλείου.

Άρνορ

H Arnor, γνωστή και ως Βόρειο Βασίλειο, ήταν το βασίλειο των Dúnedain που βρισκόταν στη γη του Eriador στη Μέση-Γη. Ιδρύθηκε από τον Elendil μετά την διαφυγή του από τον Καταποντισμό του Numenor. Ήταν η αρχική έδρα του Υψηλού Βασιλιά της Arnor που κυβερνούσε τόσο την Arnor όσο και την Gondor. Συνδέθηκε με τους Υψηλούς Βασιλείς της Γραμμής του Elendil, η βασιλεία της οποίας αποκαταστάθηκε με την στέψη του Εlessar, μετά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, στο ξεκίνημα της Τέταρτης Εποχής. Arnor σημαίνει "Γη του Βασιλιά" στη Sindarin.

Η Άρνορ ιδρύθηκε το 3320 της Δεύτερης Εποχής από τον Ελέντιλ, ενώ οι γιοί του, Ισίλντουρ και Ανάριον, ίδρυσαν το νότιο βασίλειο της Γκόντορ την ίδια εποχή. Και τα δύο βασίλεια είναι γνωστά ως "Τα Βασίλεια των Ντουνεντάιν στην Εξορία". Στις μέρες της δόξας της, η Άρνορ περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρη την περιοχή του Ερίαντορ μεταξύ των ποταμών Μπρούινεν και Γκουαθλό στα ανατολικά (ανατολικά των οποίων ήταν το Ρίβεντελ), και τον Λούν στα δυτικά (δυτικά του οποίου ήταν το Λίντον). Περιλάμβανε επίσης το Μπρι και την περιοχή που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Σάιρ. Ο πληθυσμός της Άρνορ περιλάμβανε τους Ντουνεντάιν στις δυτικές κεντρικές περιοχές και τους μικτούς ή αυτόχθονες πληθυσμούς. Η αρχική πρωτεύουσα ήταν η Αννούμινας κοντά στη λίμνη Νενούιαλ, ενώ το βασίλειο περιλάμβανε πόλεις όπως τις Φόρνοστ, Θάρμπαντ και Λοντ Ντάερ, αλλά και παρατηρητήρια όπως το Άμον Σούλ και το Ελοστίριον.

Η Τελευταία Συμμαχία Ξωτικών & Ανθρώπων - Ο Πόλεμος της Τελευταίας Συμμαχίας

Ο Πόλεμος της Τελευταίας Συμμαχίας ήταν ο πόλεμος στα τέλη της Δεύτερης Εποχής, κατά την οποία η Τελευταία Συμμαχία Ξωτικών και Ανθρώπων, η μεγαλύτερη δύναμη που συντάχθηκε ποτέ στη Μέση-Γη μετά τον Στρατό του Βάλινορ στον Πόλεμο της Οργής, και που σχηματίστηκε το 3430 της Δεύτερης Εποχής ως απάντηση στην καταστροφική απειλή του Sauron, προχώρησε εναντίον του Barad-dûr, του φρουρίου του Σκοτεινού Άρχοντα στη Mordor. Εντελώς ανέλπιστα, ήταν νικητές, αλλά όταν το Ένα Δαχτυλίδι δεν καταστράφηκε, ο Sauron ανέκτησε ξανά τις δυνάμεις του στην Τρίτη Εποχή κι επέστρεψε.


Η Τελευταία Συμμαχία ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική συμμαχία στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Ελεύθεροι Λαοί του κόσμου ενωμένοι κάτω από ένα λάβαρο, κι ο μόνος πόλεμος μεγάλης κλίμακας που έγινε ως τις ημέρες της κορύφωσης του Πολέμου του Δαχτυλιδιού, μια Εποχή αργότερα. Μετά από αυτόν τον Πόλεμο, τα Ξωτικά δεν κατάφεραν ποτέ ξανά να επιφέρουν μια τόσο μεγάλη και ισχυρή επίδειξη δύναμης στον πόλεμο.

Βαλάντιλ

O Valandil, ο νεότερος γιος του Isildur, ήταν ο 3ος Βασιλιάς της Arnor και ο μακροβιότερος Βασιλιάς σε Βορρά και Νότο, μιας και κυβέρνησε για 239 χρόνια. Τον διαδέχτηκε ο γιος του, ο Eldacar. Valandil σημαίνει "Φίλος των Valar" στην Quenya.


Ο Βαλάντιλ ήταν ο νεότερος από τους τέσσερεις γιούς του Ισίλντουρ. Ήταν ακόμα παιδί στην περίοδο του Πολέμου της Τελευταίας Συμμαχίας, στον οποίο σκοτώθηκε ο παππούς του, ο Ελέντιλ. Εξαιτίας αυτού, παρέμεινε στο Ρίβεντελ όταν ο πατέρας του και οι αδερφοί του πήγαν στο νότο, και ήταν ακολούθως ο μοναδικός γιος του Ισίλντουρ που επέζησε της Πανωλεθρίας των Γκλάντεν Φιλντς. Όταν ενηλικιώθηκε παρέλαβε τα θραύσματα του Νάρσιλ ως κειμήλιο των Κληρονόμων του Ισίλντουρ. Ο Βαλάντιλ στέφθηκε Βασιλιάς το έτος 10 της Τρίτης Εποχής και κυβέρνησε την Άρνορ για 239 χρόνια, περισσότερο από οποιονδήποτε Βασιλιά στο Βορρά ή στο Νότο. Όταν πέθανε, το 249 της Τρίτης Εποχής, ήταν 260 ετών. Στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του, Έλντακαρ.

Eλεντίλμιρ, Το Αστέρι του Ελέντιλ

Το Αστέρι του Elendil, αλλιώς Elendilmir, Αστέρι του Βορείου Βασιλείου και Αστέρι του Βορρά, ήταν το όνομα που δόθηκε σε δύο μεγαλειώδη λευκά πετράδια σε σχήμα αστεριού που συνδέθηκαν με τον Elendil και τη βασιλεία της Arnor. Και οι δύο αυτοί πολύτιμοι λίθοι είχαν τοποθετηθεί πάνω σε Mithril. Φορέθηκαν από τον Elendil και τους Κληρονόμους του και στη συνέχεια από τους αρχηγούς των Dúnedain στην Arnor.
 

Το πρώτο Ελεντίλμιρ

Το πρώτο κόσμημα χρονολογείται από τους πρώτους αιώνες του Νούμενορ και ανήκε στην Σιλμάριεν, την κόρη του Βασιλιά Ταρ-Ελέντιλ. Από αυτήν, πέρασε στους απογόνους της, τους Άρχοντες του Αντούνιε. Ο
μεγαλύτερος γιος του Αμάντιλ, του Άρχοντα του Αντούνιε, ο Ελέντιλ, διέφυγε της Πτώσης της Νούμενορ και έγινε Υψηλός Βασιλιάς των Ντουνεντάιν στη Μέση-Γη. Φορούσε το Αστέρι του Ελέντιλ στο μέτωπό του αντί για στέμμα, όπως έκανε και ο γιος του, ο Ισίλντουρ, μετά από αυτόν.

Ανάριον

O Anárion ήταν ο νεότερος γιος του Elendil, του Υψηλού Βασιλέα της Gondor και της Arnor. Ο ίδιος και ο αδελφός του ο Isildur διοίκησαν από κοινού την Gondor στο Νότο, ενώ ο πατέρας τους κατοικούσε στην Arnor στο Βορρά. Μετά το θάνατο του πατέρα του στην Πολιορκία του Barad-dûr και τον θάνατο του Isildur στην Πανωλεθρία των Gladden Fields, η βασιλεία της Gondor συνεχίστηκε από τη γραμμή γενεάς του Anárion, αρχίζοντας με τον γιο του, τον Meneldil, ο οποίος ήταν το τελευταίο άτομο που γεννήθηκε στο Númenor πριν από την Πτώση του. Anárion στην Quenya σημαίνει "Γιος του Ήλιου".

 
Ο Ανάριον γεννήθηκε το 3219 της Δεύτερης Εποχής στο Νούμενορ και μαζί με τον Ισίλντουρ ζούσαν στην ανατολική ακτή του νησιού. Ο πατέρας τους ήταν ο Ελέντιλ, ο γιος του Αμάντιλ, του Άρχοντα του Αντούνιε. Μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του, ήταν οι ηγέτες των Πιστών, της μειοψηφίας των Νουμενόριανς που αντιστάθηκαν στην σκοτεινή κυριαρχία του βασιλιά Αρ-Φαραζόν και του συμβούλου του, του Σάουρον, ο οποίος είχε καταφέρει να διχάσει και να διαφθείρει τους Νουμενόριανς, εκμεταλλευόμενος την επιθυμία τους για αθανασία.
Καθώς η επιρροή του Σάουρον αυξανόταν, οι Πιστοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να φύγουν απ' το Νούμενορ. Γέμισαν τα πλοία τους με τα υπάρχοντά τους καθώς και με πολύτιμα αντικείμενα, όπως τα Παλαντίρι, πέτρες που δόθηκαν στους Άρχοντες του Αντούνιε από τα Ξωτικά του Τολ Ερέσσεα, το Σκήπτρο της Αννούμινας, το Δαχτυλίδι του Μπάραχιρ, το Νάρσιλ που κράτησε ο Ελέντιλ ως σπαθί του, και ένα βλαστάρι του Νίμλοθ, του Λευκού Δέντρου του Νούμενορ.

Άργκοναθ

To Argonath, επίσης γνωστό ως η Πύλη των Βασιλέων ή οι Στήλες των Βασιλέων, ήταν ένα μνημείο στα βόρεια σύνορα της Gondor. Αποτελούταν από δύο τεράστιες πέτρινες φιγούρες του Isildur και του Anárion, οι οποίες στέκονταν πάνω σε κάθε πλευρά του ποταμού Anduin, στη βόρεια είσοδο του Nen Hithoel. 


Το Άργκοναθ αποτελούταν από δύο τεράστιες πέτρινες φιγούρες του Ισίλντουρ και του Ανάριον, των πανίσχυρων πρώτων Αρχόντων του Βασιλείου. Ήταν τοποθετημένες πάνω σε τεράστια βάθρα και ήταν στραμμένες στο Βορρά, σε κάθε πλευρά του ποταμού Άντουιν, στην είσοδο των βορείων συνόρων της Γκόντορ. Το αριστερό χέρι του καθενός ήταν σηκωμένο με την παλάμη προς τα έξω σε μια κίνηση προειδοποίησης. Στο δεξί τους χέρι κρατούσαν ένα τσεκούρι, ενώ στα κεφάλια τους είχαν κράνη και κορώνες.

Αντούριλ

Andúril ήταν το όνομα του σπαθιού Narsil μετά την ξανασφυρηλάτησή του στο Rivendell για τον Aragorn, τον κληρονόμο του Isildur, το 3018 της Τρίτης Εποχής. Andúril σημαίνει "Φλόγα της Δύσης" στην Quenya.


To Nάρσιλ ήταν σύμβολο της Βασιλείας της Άρνορ και της Γκόντορ, αλλά έσπασε στα τέλη της Δεύτερης Εποχής, στον Πόλεμο μεταξύ της Τελευταίας Συμμαχίας Ξωτικών και Ανθρώπων και του Σάουρον. Τα θραύσματά του παρέμειναν κειμήλιο των Βασιλέων της Άρνορ και των Αρχηγών των Ντουνεντάιν.

Νάρσιλ

To Narsil ήταν το ισχυρό σπαθί που κρατούσε ο Βασιλιάς Elendil των Dúnedain, στον Πόλεμο μεταξύ της Τελευταίας Συμμαχίας Ξωτικών και Ανθρώπων και του Sauron, στα τέλη της Δεύτερης Εποχής. Αργότερα έγινε γνωστό ως Andúril, η Φλόγα της Δύσης. Narsil σημαίνει "Κόκκινη και Λευκή Φλόγα" στην Quenya.


To σπαθί σφυρηλατήθηκε στην Πρώτη Εποχή απ' τον διάσημο Νάνο μεταλλουργό Τέλχαρ του Νόγκροντ. Στην Δεύτερη Εποχή ήταν κειμήλιο των απογόνων του Έλρος, του πρώτου Βασιλιά του Νούμενορ. Αν και τίποτα δεν είναι γνωστό για το Νάρσιλ κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, ξέρουμε ότι εντέλει έφτασε στα χέρια του Ελέντιλ, μακρινού απογόνου του Έλρος, προς τα τέλη της Δεύτερης Εποχής.

Οσγκίλιαθ

Η Osgiliath, η αρχαία πρωτεύουσα του Βασιλείου της Gondor, ιδρύθηκε από τον Isildur και τον Anárion, τους γιούς του Elendil, κοντά στα τέλη της Δεύτερης Εποχής, αλλά ερημώθηκε κατά τη διάρκεια της Τρίτης Εποχής και σταδιακά καταστράφηκε. Στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, η πόλη απέκτησε στρατηγική σημασία ως σημείο διασταύρωσης πάνω από τον Anduin για τους Ανθρώπους της Gondor και τα Orcs της Mordor. Osgiliath στη Sindarin σημαίνει "Οχυρό των Άστρων".

 
Διοικώντας από κοινού, ο Ισίλντουρ και ο Ανάριον όρισαν την Οσγκίλιαθ ως την πρωτεύουσα της Γκόντορ,
του νοτίου Βασιλείου των Νουμενόριανς στην εξορία. Προστατευόταν από δύο μικρότερες πόλεις-φρούρια, την Μίνας Ίθιλ (όπου έζησε ο Ισίλντουρ) και τη Μίνας Άνορ (όπου έζησε ο Ανάριον), και πολύ σύντομα έγινε μια μεγάλη και ακμάζουσα πόλη.

Έλροντ

O Elrond (στη Sindarin "Αστροθόλος"), που ήταν Μισός Ξωτικό, Άρχοντας του Rivendell, γιος του Eärendil και της Elwing, αδερφός του Elros, σύζυγος της Celebrian και πατέρας των Elladan, Elrohir και Arwen, ήταν ένα από τα δυνατότερα Ξωτικά Κυβερνήτες που έζησε στη Μέση-Γη από την Πρώτη Εποχή έως το ξεκίνημα της Τέταρτης. Ήταν πολύ καλός φίλος του Gandalf του Γκρίζου, τον οποίο είχαν στείλει οι Valar από τη Δύση, και ο κάτοχος του Vilya, του Δαχτυλιδιού του Αέρα, ένα από τα Τρία Δαχτυλίδια των Ξωτικών. Το όνομά του στην Quenya ήταν Elerondo.


Ο Έλροντ ο μισο-Ξωτικός ήταν ο γιος του Εαρέντιλ και της Έλγουινγκ, και ο δισέγγονος της Λούθιεν. Ο Εαρέντιλ ήταν γιος του Ανθρώπου Τούορ και της πριγκήπισσας των Ξωτικών Ίντριλ, ενώ η Έλγουινγκ ήταν η εγγονή του Μπέρεν (Άνθρωπος) και της Λούθιεν (κόρη του Ξωτικού Βασιλιά Θίνγκολ και της Μάια Μέλιαν). Κατά συνέπεια, ο Έλροντ καταγόταν από τις τρεις φυλές των Ξωτικών (Βάνυαρ και Νόλντορ μέσω της Ίντριλ, και Σίνταρ μέσω της Λούθιεν), από τους Μάιαρ, και τους τρεις Οίκους των Εντάιν (Χάντορ, Χάλεθ και Μπέορ).

Tο Λευκό Δέντρο της Γκόντορ

To Λευκό Δέντρο της Gondor στεκόταν ως σύμβολο της Gondor στην Αυλή του Συντριβανιού στη Minas Tirith. O προκάτοχός του ήταν ένα δεντρύλλιο του Nimloth που ήταν φυτεμένο στη Minas Ithil και που καταστράφηκε πριν το τέλος της Δεύτερης Εποχής. Το Λευκό Δέντρο εμφανίζεται επίσης στο Οικόσημο του Elendil, στη σημαία της Gondor.


Tο πρώτο Λευκό Δέντρο της Γκόντορ προήλθε από το φυντάνι του δέντρου Νίμλοθ, το Λευκό Δέντρο του Νούμενορ, το οποίο κατάφερε να το πάρει ο Ισίλντουρ με μεγάλο προσωπικό κίνδυνο, προτού εκείνο καταστραφεί σε επιμονή του Σάουρον. Κατά το εγχείρημά του αυτό ο Ισίλντουρ τραυματίστηκε βαριά και έφτασε κοντά στον θάνατο, όταν όμως βγήκε το πρώτο φυλλαράκι την άνοιξη, ο ίδιος θεραπεύτηκε από τα τραύματά του.

Ισίλντουρ

Ο Isildur ήταν ο γιος του Elendil και αδελφός του Anárion. Καθώς ήταν ο Υψηλός Βασιλιάς της Gondor και της Arnor, ο Isildur και ο αδελφός του Anárion διοικούσαν από κοινού τη Gondor στο Νότο, ενώ ο πατέρας τους κατοικούσε στο Βορρά. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Τελευταίας Συμμαχίας, ο Isildur έκοψε το Ένα Δαχτυλίδι από το χέρι του Sauron, αλλά αρνήθηκε να το καταστρέψει. Ο Isildur σκοτώθηκε αργότερα από Orcs και το Δαχτυλίδι χάθηκε στην Πανωλεθρία των Gladden Fields για σχεδόν 2.500 χρόνια. Η άρνησή του να καταστρέψει το Δαχτυλίδι επέτρεψε στο πνεύμα του Sauron να αντέξει και να εξασφαλιστεί ως μια απειλή για τη Μέση-Γη που παρέμεινε για τα επόμενα χρόνια. Η γραμμή αίματος του Isildur επέζησε στους Dúnedain του Βορρά και οι κληρονόμοι του βοήθησαν στον τερματισμό της εξουσίας του Sauron στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού.


Ο Ισίλντουρ γεννήθηκε στο Νούμενορ το έτος 3209 της Δεύτερης Εποχής. Είχε έναν μικρότερο αδερφό τον Ανάριον ο οποίος γεννήθηκε το 3219. Ζούσαν στο καταφύγιο Ρομέννα στην ανατολική ακτή του νησιού του Νούμενορ. Ο πατέρας τους ήταν ο Ελέντιλ και ο παππούς τους ο Αμάντιλ, ο Άρχοντας του Αντούνιε. Οι Άρχοντες του Aντούνιε κατάγονταν από τους Βασιλείς του Νούμενορ μέσω της Σιλμάριεν, την κόρη του τέταρτου βασιλιά του Νούμενορ, Tαρ-Ελέντιλ.

Νίμλοθ (δέντρο)

To Nimloth ήταν το Λευκό Δέντρο που μεγάλωσε στην Βασιλική Αυλή στο Αρμένελος του Νούμενορ. Ήταν δώρο από τους Έλνταρ του Τολ Ερέσσεα με τη μορφή ενός δενδρυλλίου από τον Κέλεμπορν, ως σύμβολο της φιλίας μεταξύ των δύο φυλών. Τα άνθη του εμφανίζονταν όταν ο ήλιος έδυε, και το άρωμά τους γέμιζε τη νύχτα στη βασιλική πόλη του Νούμενορ.


Λίγο μετά το 3262 της Δεύτερης Εποχής είχε κοπεί με την προτροπή του Σάουρον, και το ξύλο του χρησιμοποιήθηκε για να ανάψουν οι πρώτες φλόγες στην πυρκαγιά της νέας θρησκείας στην οποία λατρευόταν ο Μέλκορ. Ωστόσο, το προηγούμενο βράδυ ο Ισίλντουρ έκλεψε ένα φρούτο από το Δέντρο και όταν δραπέτευσε από την Πτώση του Νούμενορ το πήρε μαζί του για τη Μέση-Γη. Κατά τη διάρκεια αυτή ο καρπός άνθισε και έγινε ένα δενδρύλλιο, το οποίο φυτεύτηκε στη Μίνας Ίθιλ και καταστράφηκε πριν από το τέλος της Δεύτερης Εποχής. Από τον καρπό του μεγάλωσε το πρώτο Λευκό Δέντρο της Γκόντορ.

Ελέντιλ

O Elendil ήταν ο γιος του Amandil, Άρχοντα του Andúnië και ηγέτη των Πιστών Númenóreans, ο πατέρας του Isildur και του Anárion, επιζών από την πτώση του Númenor, και ο ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς της Arnor και Gondor. Ήταν επίσης γνωστός ως Elendil ο Ψηλός, ο ψηλότερος των Ανθρώπων που διεσώθη από την πτώση του Númenor, και Elendil ο Δίκαιος.


Ο Ελέντιλ γεννήθηκε στο Νούμενορ. Όπως και ο πατέρας του, έτσι και ο Ελέντιλ διατήρησε μια ισχυρή φιλία με τα Ξωτικά και διατήρησε τις παλαιές πεποιθήσεις για τον Ιλούβαταρ και τον σεβασμό για τους Βάλαρ, ενώ στάθηκε ενάντια στις βάρβαρες πρακτικές του βασιλιά Αρ-Φαραζόν και του Σάουρον που ήταν σύμβουλός του.