Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα annuminas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα annuminas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Άρνορ

H Arnor, γνωστή και ως Βόρειο Βασίλειο, ήταν το βασίλειο των Dúnedain που βρισκόταν στη γη του Eriador στη Μέση-Γη. Ιδρύθηκε από τον Elendil μετά την διαφυγή του από τον Καταποντισμό του Numenor. Ήταν η αρχική έδρα του Υψηλού Βασιλιά της Arnor που κυβερνούσε τόσο την Arnor όσο και την Gondor. Συνδέθηκε με τους Υψηλούς Βασιλείς της Γραμμής του Elendil, η βασιλεία της οποίας αποκαταστάθηκε με την στέψη του Εlessar, μετά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, στο ξεκίνημα της Τέταρτης Εποχής. Arnor σημαίνει "Γη του Βασιλιά" στη Sindarin.

Η Άρνορ ιδρύθηκε το 3320 της Δεύτερης Εποχής από τον Ελέντιλ, ενώ οι γιοί του, Ισίλντουρ και Ανάριον, ίδρυσαν το νότιο βασίλειο της Γκόντορ την ίδια εποχή. Και τα δύο βασίλεια είναι γνωστά ως "Τα Βασίλεια των Ντουνεντάιν στην Εξορία". Στις μέρες της δόξας της, η Άρνορ περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρη την περιοχή του Ερίαντορ μεταξύ των ποταμών Μπρούινεν και Γκουαθλό στα ανατολικά (ανατολικά των οποίων ήταν το Ρίβεντελ), και τον Λούν στα δυτικά (δυτικά του οποίου ήταν το Λίντον). Περιλάμβανε επίσης το Μπρι και την περιοχή που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Σάιρ. Ο πληθυσμός της Άρνορ περιλάμβανε τους Ντουνεντάιν στις δυτικές κεντρικές περιοχές και τους μικτούς ή αυτόχθονες πληθυσμούς. Η αρχική πρωτεύουσα ήταν η Αννούμινας κοντά στη λίμνη Νενούιαλ, ενώ το βασίλειο περιλάμβανε πόλεις όπως τις Φόρνοστ, Θάρμπαντ και Λοντ Ντάερ, αλλά και παρατηρητήρια όπως το Άμον Σούλ και το Ελοστίριον.

Επανενωμένο Βασίλειο

Το Επανενωμένο Βασίλειο, που ονομάζεται επίσης τα "Δύο Βασίλεια", ήταν το αποκατεστημένο βασίλειο της Arnor στα βόρεια και της Gondor στα νότια, τα δίδυμα βασίλεια που ιδρύθηκαν στο τέλος της Δεύτερης Εποχής από τον Elendil και τους γιους του, Isildur και Anárion. Αρχικά, ο Elendil ήταν Υψηλός Βασιλιάς και των δύο Βασιλείων, αλλά αυτά χωρίστηκαν μετά από τους θανάτους των γιων του. Πάνω από 3.000 χρόνια αργότερα, ο Aragorn II Elessar επανένωσε τα δύο βασίλεια και στέφθηκε ο βασιλιάς του Επανενωμένου Βασιλείου της Arnor και της Gondor. Η μοίρα των Βασιλείων, ειδικά εκείνη της Gondor, κυριάρχησε στην ιστορία της Τρίτης Εποχής στη Μέση-Γη.


Στο τέλος της Δεύτερης Εποχής, ο Ελέντιλ και οι γιοι του, Ισίλντουρ και Ανάριον, ίδρυσαν δύο μεγάλα βασίλεια στη Μέση-Γη: την Άρνορ στα βόρεια και τη Γκόντορ στα νότια. Αυτά τα βασίλεια των Ντουνεντάιν ενώθηκαν κάτω από έναν και μόνο Υψηλό Βασιλιά, τον ίδιο τον Ελέντιλ, ο οποίος κυβέρνησε το Βόρειο Βασίλειο, ενώ οι γιοι του βασίλευαν από κοινού στο νότιο Βασίλειο της Γκόντορ. Στα πρώτα χρόνια της Τρίτης Εποχής, αυτή η ένωση απέτυχε. Μετά τον χαμό του Ισίλντουρ στην Πανωλεθρία των Γκλάντεν Φιλντς, ο ανιψιός του ο Μενέλντιλ ανέλαβε την βασιλεία της Γκόντορ, η οποία παρέμεινε ανεξάρτητη από το βορειοανατολικό βασίλειο για το μεγαλύτερο μέρος της Τρίτης Εποχής.

Παλαντίρι

Τα Palantíri (ενικός Palantír), επίσης γνωστά και ως "Οι Πέτρες της Όρασης", "Οι Επτά Πέτρες" και "Οι Επτά Πέτρες της Όρασης", ήταν σφαιρικές πέτρες που χρησιμοποιούνταν για επικοινωνία μεταξύ τους στη Μέση-Γη και πέραν αυτής, κι επίσης για να δουν οι χρήστες τους πολλά πράγματα σε όλο το κόσμο. Όταν ο κάτοχος του Palantír κοιτούσε μέσα, μπορούσε να επικοινωνήσει με άλλα Palantíri αλλά και με όποιον κοιτούσε σε αυτά. Άνθρωποι μεγάλης δύναμης μπορούσαν να χειραγωγήσουν τις πέτρες για να δουν σχεδόν οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.


Τα Παλαντίρι δημιουργήθηκαν από τους Νόλντορ στο Έλνταμαρ, και συγκεκριμένα από τον ίδιο τον Φέανορ τον καιρό που ζούσε στο Άμαν κατά τη διάρκεια των Παλαιών Ημερών στους Χρόνους των Δέντρων, και στη συνέχεια δόθηκαν από τα Ξωτικά στους Νουμενόριανς, οι οποίοι τα κράτησαν ως κειμήλια μέχρι την Πτώση του Νούμενορ κατά την ύστερη Δεύτερη Εποχή. Επτά από αυτές τις πέτρες διεσώθησαν και μεταφέρθηκαν στη Μέση-Γη από τον Ελέντιλ και τους γιους του και βρίσκονταν σε καλά φυλασσόμενους πύργους σε όλα τα Βασίλεια της Εξορίας. 

Το Σκήπτρο της Αννούμινας

Το Σκήπτρο της Annúminas ήταν το κύριο σύμβολο της εξουσίας των Βασιλέων του Βορείου Βασιλείου της Arnor, στο Eriador στην Μέση-Γη, κατά τη διάρκεια της Τρίτης Εποχής. Ήταν μια ασημένια ράβδος και υπήρξε αρχικά το σύμβολο του αξιώματος των Αρχόντων του Andúnië στο Númenor. Επέζησε από την Πτώση και κρατούταν από τους βασιλείς της Arnor για όσο κράτησε το Βασίλειο. Μετά τη διαίρεση του Βορείου Βασιλείου περνούσε από γενιά σε γενιά στους Βασιλείς του Arthedain και στους απογόνους τους, τους Αρχηγούς των Dúnedain. Ονομάστηκε Σκήπτρο της Annúminas διότι οι Βασιλείς της Arnor αρχικώς κυβερνούσαν από την πόλη της Annúminas, τον Πύργο της Δύσης.

 
Το Σκήπτρο της Αννούμινας ήταν μια ασημένια ράβδος που αρχικά κρατούσαν οι Άρχοντες του Αντούνιε στο Νούμενορ, και δημιουργήθηκε σύμφωνα με το Σκήπτρο των Βασιλέων του
Νούμενορ. Το Σκήπτρο των Βασιλέων χάθηκε με τον Αρ-Φαραζόν στην Καταστροφή του Νούμενορ το 3319 της Δεύτερης Εποχής, αλλά ο Ελέντιλ, ο τελευταίος Άρχοντας του Αντούνιε, πήρε το Σκήπτρο των Αρχόντων του Αντούνιε μαζί του όταν δραπέτευσε από το Νούμενορ και, ερχόμενος στη Μέση-Γη, ίδρυσε τα βασίλεια της Γκόντορ και της Άρνορ.

Ανάριον

O Anárion ήταν ο νεότερος γιος του Elendil, του Υψηλού Βασιλέα της Gondor και της Arnor. Ο ίδιος και ο αδελφός του ο Isildur διοίκησαν από κοινού την Gondor στο Νότο, ενώ ο πατέρας τους κατοικούσε στην Arnor στο Βορρά. Μετά το θάνατο του πατέρα του στην Πολιορκία του Barad-dûr και τον θάνατο του Isildur στην Πανωλεθρία των Gladden Fields, η βασιλεία της Gondor συνεχίστηκε από τη γραμμή γενεάς του Anárion, αρχίζοντας με τον γιο του, τον Meneldil, ο οποίος ήταν το τελευταίο άτομο που γεννήθηκε στο Númenor πριν από την Πτώση του. Anárion στην Quenya σημαίνει "Γιος του Ήλιου".

 
Ο Ανάριον γεννήθηκε το 3219 της Δεύτερης Εποχής στο Νούμενορ και μαζί με τον Ισίλντουρ ζούσαν στην ανατολική ακτή του νησιού. Ο πατέρας τους ήταν ο Ελέντιλ, ο γιος του Αμάντιλ, του Άρχοντα του Αντούνιε. Μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του, ήταν οι ηγέτες των Πιστών, της μειοψηφίας των Νουμενόριανς που αντιστάθηκαν στην σκοτεινή κυριαρχία του βασιλιά Αρ-Φαραζόν και του συμβούλου του, του Σάουρον, ο οποίος είχε καταφέρει να διχάσει και να διαφθείρει τους Νουμενόριανς, εκμεταλλευόμενος την επιθυμία τους για αθανασία.
Καθώς η επιρροή του Σάουρον αυξανόταν, οι Πιστοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να φύγουν απ' το Νούμενορ. Γέμισαν τα πλοία τους με τα υπάρχοντά τους καθώς και με πολύτιμα αντικείμενα, όπως τα Παλαντίρι, πέτρες που δόθηκαν στους Άρχοντες του Αντούνιε από τα Ξωτικά του Τολ Ερέσσεα, το Σκήπτρο της Αννούμινας, το Δαχτυλίδι του Μπάραχιρ, το Νάρσιλ που κράτησε ο Ελέντιλ ως σπαθί του, και ένα βλαστάρι του Νίμλοθ, του Λευκού Δέντρου του Νούμενορ.

Αρθεντάιν

Το Arthedain (Sindarin "το Βασίλειο των Edain") ήταν ένα από τα τρία βασίλεια των Dúnedain του Βορρά, τα οποία προέκυψαν από την διάλυση του Βασιλείου της Arnor στην Τρίτη Εποχή. Μετά τον θάνατο του Eärendur, Βασιλιά της Arnor, οι γιοί του χώρισαν το βασίλειο δημιουργώντας τα βασίλεια του Arthedain, του Rhudaur και του Cardolan.

 
Μετά τον θάνατο του Βασιλιά της Άρνορ, Εαρέντουρ,
το 861 της Τρίτης Εποχής, η διχόνοια μεταξύ των γιών του κατέληξε να διαλύσει το βασίλειο της Άρνορ και να το χωρίσουν σε τρία βασίλεια, το Αρθεντάιν, το Ρουδάουρ και το Κάρντολαν. Ο Άμλαιθ, ο πραγματικός διάδοχος του θρόνου της Άρνορ, αρκέστηκε να διοικεί το βασίλειο του Αρθεντάιν, ενώ οι αδελφοί του ανέλαβαν τα βασίλεια του Κάρντολαν και του Ρουδάουρ. Στο Αρθεντάιν η γραμμή γενεάς του Ισίλντουρ διατηρήθηκε, στο Κάρντολαν και στο Ρουδάουρ όμως ξεθώριασε γρήγορα.