Κεντρί

Το Sting, το Κεντρί, ήταν ένα κοντό σπαθί που κατασκευάστηκε από τα Ξωτικά στην Gondolin την Πρώτη Εποχή. Ο κατασκευαστής και ο αρχικός κάτοχός του είναι άγνωστοι. Ενδέχεται να είχε χαθεί στην Πτώση της Gondolin, την ίδια μάχη κατά την οποία έπεσε ο Turgon και χάθηκε το Glamdring. Ο Bilbo Baggins ανακάλυψε το Κεντρί το 2941 της Τρίτης Εποχής στον θησαυρό των Trolls και το χρησιμοποίησε στην Αποστολή για το Erebor. Αργότερα το έδωσε στον κληρονόμο του Frodo Baggins. 

Το Κεντρί μιας και ήταν πολύ μικρό, ήταν το ιδανικό σπαθί για ένα Χόμπιτ. Ο Μπίλμπο επέλεξε αρχικά να το φορέσει μέσα από τα παντελόνια του και ήταν σε θέση να ταξιδέψει, ακόμη και να τρέξει χωρίς ενόχληση. Ήταν κατασκευασμένο σαν το Γκλάμντρινγκ και το Όρκριστ, κι έλαμπε κι εκείνο με ένα κρύο γαλάζιο φως αν υπήρχε κοντά κάποιο Ορκ.   
 

Τα Τείχη του Κόσμου

Τα Ilurambar, που ονομάζονταν και Τείχη των Πραγμάτων, είναι ένας όρος που αναφέρεται στο Book of Lost Tales, στην πρώιμη Κοσμολογία. Ήταν τα Τείχη που περιέβαλλαν την Arda, έξω από τα οποία και διαμέσου της Πόρτας της Νύχτας, υπήρχε το Κενό. Ilurambar σημαίνει "Τείχη του Κόσμου" στην Quenya. 


Tα Τείχη αυτά χώριζαν τη Βάια, τη σκοτεινή θάλασσα, και τον κόσμο από το κενό και το σκοτάδι, ενώ ο κόσμος και όλοι οι άνεμοι βρίσκονταν στο εσωτερικό τους. Ήταν εντελώς αδιαπέραστα και το μόνο τους άνοιγμα στο Κενό ήταν η Πόρτα της Νύχτας, την οποία φρουρούσε ο Εαρέντιλ. Μέσα από την Πόρτα της Νύχτας είχε ριχτεί ο Μόργκοθ στο Κενό. Σύμφωνα με τον Ρούμιλ της Τίριον: "Τα Τείχη ε
ίναι σαν πάγος και γυαλί και ατσάλι, πέρα από τη φαντασία των Παιδιών της Γης, κρύα, διάφανα και σκληρά. Κανείς δεν μπορεί να τα δει, ούτε να τα περάσει, εκτός από την Πόρτα της Νύχτας." 

Το Μονοπάτι των Ονείρων

Το Μονοπάτι των Ονείρων, ήταν ένα μονοπάτι πέρα από το θνητό βασίλειο το οποίο συνέδεε το Valinor και τη Μέση-γη μέσω του ονείρου. To δημιούργησε ο Vala Lorien, ο Κύριος των Ονείρων και των Οραμάτων, κατ' εντολή του Manwe. Mέσω αυτού οι Άνθρωποι μπορούσαν μερικές φορές να πάνε στο Valinor ενώ κοιμούνται. Στην Quenya ονομάζεται Olórë Mallë και σημαίνει ο Δρόμος των Ονείρων.


O Mάνγουε λυπήθηκε πολύ όταν οι Βάλαρ έπρεπε να κρύψουν το Βάλινορ από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαιτίας αυτού και λόγω του ότι ο ερχομός των Ανθρώπων ήταν πολύ κοντά, ζήτησε από τον Ίρμο να δημιουργήσει ένα μονοπάτι από όπου τα πνεύματα των Ξωτικών και των Ανθρώπων θα μπορούσαν να έρχονται στους Κήπους του Λόριεν. Έτσι ο Ίρμο δημιούργησε το Μονοπάτι των Ονείρων, το οποίο ήταν ένας πνευματικός δρόμος στο Βάλινορ, προσβάσιμος μόνο μέσω του μυαλού και των ονείρων. Στο τέλος του υπήρχε μια ψηλή πύλη που έλαμπε χρυσή στο σούρουπο. Η πύλη άνοιγε κι ελικοειδή μονοπάτια οδηγούσαν στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου, τους Κήπους του Λόριεν. Ο Ίρμο καθοδηγούσε τα πνεύματά τους μέχρι εκεί, και τα επέστρεφε πίσω στα σώματά τους όταν ερχόταν η ώρα να ξυπνήσουν. Ο ίδιος ωστόσο μπλόκαρε το Μονοπάτι από τους Νόλντορ όταν άφησαν το Βάλινορ, κι ο Mάνγουε διακύρηξε ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να ξαναεπιστρέψουν.

Έλανορ

Το elanor ήταν ένα χρυσό λουλούδι σε σχήμα αστεριού που φυόταν σε αφθονία, μαζί με το niphredil, στο δάσος του Lórien. Μετά τον θάνατο του βασιλιά Elessar, η Arwen αποσύρθηκε στο Cerin Amroth και πέθανε. Μετά από αυτό, το elanor και το niphredil δεν άνθισαν ποτέ ξανά ανατολικά της Θάλασσας. Elanor σημαίνει "Άστρο του Ήλιου" στη Sindarin.


Στη Δεύτερη Εποχή ήταν ένα από τα λουλούδια που έφεραν τα Ξωτικά από το Τολ Ερεσσέα στο Νούμενορ. Στόλιζε τα πλοία στον γάμο του Αλντάριον και της Ερέντις. Στην Τρίτη Εποχή το έλανορ ανθούσε στο Λοθλόριεν, ιδιαίτερα στον λόφο του Κέριν Άμροθ. Η Γκαλάντριελ φορούσε ένα στέμμα από έλανορ και το ανέφερε στο τραγούδι της όταν αποχαιρετούσε τη Συντροφιά του Δαχτυλιδιού.

Κέριν Άμροθ

Ο Cerin Amroth ήταν ένας λόφος στην καρδιά της αρχαίας γης του Lothlórien. Πάνω του φύτρωναν δύο κύκλοι δέντρων, τα εξωτερικά είχαν λευκό φλοιό και τα εσωτερικά ήταν πανύψηλα χρυσαφένια Mallorn. Όταν ο άνεμος φυσούσε μέσα από τα κλαδιά, ακουγόταν ο ήχος των μακρινών θαλασσών και οι φωνές από θαλασσοπούλια που οι ράτσες τους είχαν εξαφανιστεί από τη γη, ενώ τα λουλούδια Niphredil και Elanor φύτρωναν στο γρασίδι του. Εκεί ήταν και το σπίτι του βασιλιά Amroth, προτού χαθεί για πάντα, κι εκεί όπου ο Aragorn πρόσφερε το Δαχτυλίδι του Barahir στην Arwen και αρραβωνιάστηκαν αιώνες αργότερα. Cerin Amroth σημαίνει "Ο Λόφος του Amroth" στη Sindarin.


Ο λόφος αρχικά δημιουργήθηκε μετά την πρώτη χιλιετία της Τρίτης Εποχής, όταν η σκιά του Ντολ Γκούλντουρ αυξανόταν. Ο Άμροθ, ο βασιλιάς του Λόριεν, έχτισε αργότερα εκεί το σπίτι του και ο λόφος πήρε το όνομά του. Αιώνες αργότερα όμως, το σπίτι του δεν υπήρχε πια, και ο λόφος ήταν καλυμμένος με έλανορ και νίφρεντιλ. Καθώς η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού εισήλθε στο χρυσαφένιο δάσος του Λoθλόριεν και ξεκουράστηκε δίπλα στον ποταμό Νίμροντελ, ο Φρόντο μπορούσε να ακούσει μια φωνή να τραγουδάει αναμεμειγμένη με τον ήχο του κελαρυστού νερού. Ο Λέγκολας τότε θυμήθηκε και τραγούδησε την τραγική ιστορία των Άμροθ και Νίμροντελ.

Ο Βράχος του Έρεχ

Ο Βράχος του Erech ήταν ένας μεγάλος μαύρος βράχος που ήταν στημένος στο Λόφο του Erech, νότια των Λευκών Βουνών στη Gondor. Εκεί ήταν όπου ο βασιλιάς των Βουνών ορκίστηκε πίστη στον Isildur. Είχε σφαιρικό σχήμα και διάμετρο περίπου 6 μέτρα.



Στη Δεύτερη Εποχή, ο Ισίλντουρ έφερε μαζί του από το Νούμενορ έναν μεγάλο, μαύρο βράχο ως σύμβολο της γενιάς του. Τον έβαλε πάνω στο Λόφο του Έρεχ και εκεί ήταν όπου ο Βασιλιάς των Νεκρών και οι δικοί του ορκίστηκαν πίστη στον Ισίλντουρ, τον καιρό  της Τελευταίας Συμμαχίας. Επειδή όμως δεν τήρησαν τον όρκο τους, o Ισίλντουρ τους καταράστηκε να μην βρίσκουν ανάπαυση έως ότου εκπληρώσουν τον όρκο τους. Οι Επίορκοι στοίχειωσαν τους λόφους και τα Μονοπάτια των Νεκρών για περισσότερα από 3000 χρόνια.

Οι Επίορκοι

Οι Επίορκοι, επίσης γνωστοί ως οι Νεκροί του Dunharrow, οι Ακοίμητοι Νεκροί, ο Γκρίζος Λόχος ή ο Στρατός της Σκιάς, ήταν οι σκιές των Ανθρώπων των Λευκών Βουνών με καταγωγή από τους προ-Νúmenorians. Tους καταράστηκε ο Isildur να παραμείνουν στη Μέση Γη και να μην βρίσκουν ανάπαυση, αφότου έσπασαν τον Όρκο τους, αρνούμενοι να βοηθήσουν στον Πόλεμο της Τελευταίας Συμμαχίας ενάντια στον Sauron. Λίγο πριν το τέλος της Τρίτης Εποχής στον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, ο Aragorn, ο κληρονόμος του Isildur, τους κάλεσε να πολεμήσουν μαζί του εναντίον του Sauron, ώστε να εκπληρώσουν τον όρκο τους και να απελευθερωθούν από την κατάρα.


Οι Επίορκοι ήταν κάποτε Άνθρωποι των Λευκών Βουνών. Μετά την ίδρυση της Γκόντορ, ο Βασιλιάς τους ορκίστηκε πίστη στον Ισίλντουρ και στους Ντουνεντάιν, στα τέλη της Δεύτερης Εποχής. Κατά τη διάρκεια, ωστόσο, των Μαύρων Χρόνων, λάτρευαν τον Σάουρον, κι έτσι όταν ήρθε η ώρα να εκπληρώσουν τον όρκο τους και να πολεμήσουν δίπλα στον Ισίλντουρ, ενάντια στον αρχαίο αφέντη τους, έσπασαν τον όρκο τους κι αρνήθηκαν να ενταχθούν στην Τελευταία Συμμαχία. Τότε ο Ισίλντουρ τους καταράστηκε λέγοντας στον βασιλιά τους:

"Εσύ θα είσαι ο τελευταίος βασιλιάς. Και αν η Δύση αποδειχτεί
ισχυρότερη από τον Μαύρο σου Κύριο, αυτή την κατάρα δίνω σ' εσένα
και στο λαό σου: ποτέ να μη βρείτε ανάπαυση ώσπου να εκπληρωθεί ο όρκος σας.
Διότι αυτός ο πόλεμος θα διαρκέσει χρόνια αμέτρητα και πριν από το τέλος του
θα κληθείτε για άλλη μία φορά".

Τα Βασίλεια της Εξορίας και η Γενεαλογία τους

ΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ


Η γενεαλογία του Βορείου Βασιλείου
Οι κληρονόμοι του Ισίλντουρ

Άρνορ: Ελέντιλ (♱3441 Δ.Ε.), Ισίλντουρ (♱2 Τ.Ε.), Βαλάντιλ (♱249), Έλντακαρ (♱339), Άρανταρ (♱435), Τάρκιλ (♱515), Ταρόντορ (♱602), Βαλάντουρ (♱652), Ελέντουρ (♱777), Εαρέντουρ (♱861).

Αρθεντάιν (Βασίλειο των Ντουνεντάιν): Άμλαϊθ του Φόρνοστ (ο μεγαλύτερος γιος του Εαρέντουρ) (♱946), Μπέλεγκ (♱1029), Μάλορ (♱1110), Κέλεφαρν (♱1191), Κελεμπρίντορ (♱1272), Μαλβέγκιλ (♱1349), 'Αργκελεμπ Α' (♱1356), Άρβελεγκ Ά (♱1409), Άραφορ (♱1589), Άραφαντ (♱1964), Αρβέντουι (ο τελευταίος βασιλιάς) (♱1975). Τέλος του Βορείου Βασιλείου.

Τα Αστραφτερά Σπήλαια

Οι Glittering Caves, τα Αστραφτερά Σπήλαια, που ονομάζονταν επίσης Aglarond, ήταν τα υπέροχα σπήλαια γεμάτα κοσμήματα που βρίσκονταν στα Λευκά Όρη πίσω από το Helm's Deep στο Rohan. Μετά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού έγιναν ένα από τα πιο σημαντικά βασίλεια των Νάνων στην αρχή της Τέταρτης Εποχής. Aglarond σημαίνει "Σπήλαια της Δόξας" ή "Σπήλαια του Φωτός" στη Sindarin.


Οι Αστραφτερές Σπηλιές βρίσκονταν πίσω από το Φαράγγι του Χελμ, κάτω από τα Λευκά Όρη, στο βορειοδυτικό τμήμα τους. Επεκτείνονταν βαθιά κάτω από τα βουνά, με πολλά περάσματα, σκάλες, αίθουσες και θαλάμους, με αμμώδη δάπεδα και ψηλούς θόλους για οροφές, ενώ οι τοίχοι τους ήταν γυαλισμένη πέτρα με πολύτιμους λίθους και κρυστάλλους.
Ο Γκίμλι τις αποκάλεσε "ένα από τα θαύματα του Βορείου Κόσμου". Όπως λέγεται, ο Λέγκολας εντυπωσιάστηκε κι έμεινε άφωνος μετά την επίσκεψή του εκεί, λέγοντας ότι μόνο ο Γκίμλι θα μπορούσε να τις περιγράψει κατάλληλα, μία από τις λίγες φορές που ένας Νάνος τα κατάφερε καλύτερα με τις λέξεις από ένα Ξωτικό.

Η Πτώση της Γκοντόλιν

Η Πτώση της Gondolin ήταν η μάχη μεταξύ των δυνάμεων της Gondolin, υπό τον Βασιλιά Turgon, και του Morgoth, αφότου ο Maeglin πρόδωσε την κρυμμένη θέση της πόλης στον εχθρό, ο οποίος σχεδίαζε την επίθεση για πολλά χρόνια προτού τελικά εξαπολύσει τους στρατούς του στα απροετοίμαστα Ξωτικά. Η μάχη αυτή στοίχισε τις ζωές των περισσότερων Gondolindrim, του Turgon και του στρατού του. Ωστόσο, κάποιοι λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν από ένα μυστικό πέρασμα, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Tuor, η Idril κι ο γιος τους, ο Eärendil. Με την πτώση της Gondolin καταστράφηκε το τελευταίο από τα μεγάλα βασίλεια των Ξωτικών στη Μέση-Γη και μαζί χάθηκε και οποιαδήποτε ελπίδα για χερσαία αντίσταση στον Morgoth.


Όταν οι πόλεις των Νόλντορ στο Μπελέριαντ έπεσαν μία προς μία στα χέρια του Μόργκοθ, η Γκοντόλιν, βαριά οχυρωμένη, αποκομμένη τόσο από τους εχθρούς, όσο και από τους συμμάχους των Νόλντορ και καλά κρυμμένη μέσα στα Κρισσαέγκριμ, παρέμεινε το τελευταίο προπύργιο ελπίδας για όσους τον αντιμάχονταν. Το 551 της Πρώτης Εποχής, ο Μαέγκλιν, ο γιος του Έολ κι ανιψιός του Βασιλιά Τούργκον, επιθυμούσε κρυφά την ξαδέρφη του, την Ίντριλ, αλλά δεν κατάφερνε να έχει την αγάπη της. Μετά από μια διαφωνία, έφυγε από την Γκοντόλιν για να πάει στα βουνά να ψάξει για ορυκτά. Εκεί τα Ορκς τον συνέλαβαν κι εκείνος τα παρακάλεσε  να τον πάνε στον Μόργκοθ, παρά να τον σκοτώσουν ή να τον βασανίσουν. Ο Μόργκοθ αναγνώρισε τον Μαέγκλιν και του είπε ότι θα τον έκανε Βασιλιά της Γκοντόλιν και σύζυγο της Ίντριλ, αν πρόδιδε τους Νόλντορ και του έδινε πληροφορίες για το πώς να αποκτήσει πρόσβαση στην πόλη. Ο Μαέγκλιν συμφώνησε στην προδοσία κι επέστρεψε στην πόλη, αλλά δεν μίλησε σε κανέναν για τη σύλληψή του. Η Ίντριλ όμως παρατήρησε μια αλλαγή σε αυτόν και, διαισθανόμενη τον κίνδυνο, έδωσε εντολή να κατασκευαστεί ένα κρυφό πέρασμα βαθιά κάτω από την Γκοντόλιν που αργότερα θα ενεργούσε ως δρόμος διαφυγής.

Ταρ-Ανκάλιμε

H Tar-Ancalimë ήταν η έβδομη κυβερνήτης του Númenor και η πρώτη βασίλισσα που κυβέρνησε, κόρη του Tar-Aldarion και της Erendis. Η βασιλεία της διήρκησε για περισσότερα από 205 χρόνια, και ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μετά από αυτή του Elros Tar-Minyatur. Ancalimë σημαίνει "Η Πιο Φωτεινή" στην Quenya. 


Η Ταρ-Ανκάλιμε ανατράφηκε από τη μητέρα της, την Ερέντις. Όταν ήταν τεσσάρων ετών, ο πατέρας της, ο Αλντάριον, άφησε την οικογένειά του για να επιστρέψει στην μεγάλη του αγάπη, την θάλασσα. Όταν εκείνος έφυγε, η Ερέντις πήρε την μικρή Ανκάλιμε από το Αρμένελος και μετακόμισαν στα βοσκοτόπια στην εξοχή του Εμέριε. Η μοναδική παιδική φίλη της Ανκάλιμε ήταν η Ζαμίν και η ίδια είδε ελάχιστους άντρες.

Ντράμπορλεγκ

Ο Dramborleg ήταν ο μεγάλος πέλεκυς που είχε κάνει δώρο ο Βασιλιάς Turgon στον Tuor στην Πρώτη Εποχή, και τον οποίο έβαζε πάνω από οποιοδήποτε σπαθί. Χάθηκε στον Καταποντισμό του Numenor. Dramborleg σημαίνει "Βαριοκοφτερός" στην γλώσσα των Gondolindrim.


Για τον "μεγάλο πέλεκυ του Τούορ" δεν υπάρχει αναφορά στο Σιλμαρίλλιον, αλλά αναφέρεται και περιγράφεται στην αρχική "Πτώση της Γκοντόλιν", όπου λέγεται ότι αντί για σπαθί χρησιμοποιούσε έναν πέλεκυ ονόματι Ντράμπορλεγκ, ο οποίος "έκανε βαριά χτυπήματα σαν ρόπαλο κι έκοβε στη μέση σαν σπαθί". Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς απέκτησε ο Τούορ το Ντράμπορλεγκ, ωστόσο λέγεται ότι στην ηλικία των δεκαέξι ετών ήταν εις θέση να χειριστεί έναν πέλεκυ, το παραδοσιακό όπλο των Σίνταρ που τον ανάθρεψαν, αλλά και του Χούορ, του πατέρα του. Πολέμησε με αυτόν στην Πτώση της Γκοντόλιν, σφάζοντας τρείς Μπάλρογκς. Ο Τούορ έδωσε το Ντράμπορλεγκ στον γιο του, τον Εαρέντιλ, κι αυτός με την σειρά του στον γιο του, τον Ταρ-Μινυάτουρ, τον πρώτο βασιλιά του Νούμενορ, όπου έγινε βασιλικό κειμήλιο. Χάθηκε στον Καταποντισμό του Νούμενορ κοντά στα τέλη της Δεύτερης Εποχής.

Άρνορ

H Arnor, γνωστή και ως Βόρειο Βασίλειο, ήταν το βασίλειο των Dúnedain που βρισκόταν στη γη του Eriador στη Μέση-Γη. Ιδρύθηκε από τον Elendil μετά την διαφυγή του από τον Καταποντισμό του Numenor. Ήταν η αρχική έδρα του Υψηλού Βασιλιά της Arnor που κυβερνούσε τόσο την Arnor όσο και την Gondor. Συνδέθηκε με τους Υψηλούς Βασιλείς της Γραμμής του Elendil, η βασιλεία της οποίας αποκαταστάθηκε με την στέψη του Εlessar, μετά τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού, στο ξεκίνημα της Τέταρτης Εποχής. Arnor σημαίνει "Γη του Βασιλιά" στη Sindarin.

Η Άρνορ ιδρύθηκε το 3320 της Δεύτερης Εποχής από τον Ελέντιλ, ενώ οι γιοί του, Ισίλντουρ και Ανάριον, ίδρυσαν το νότιο βασίλειο της Γκόντορ την ίδια εποχή. Και τα δύο βασίλεια είναι γνωστά ως "Τα Βασίλεια των Ντουνεντάιν στην Εξορία". Στις μέρες της δόξας της, η Άρνορ περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρη την περιοχή του Ερίαντορ μεταξύ των ποταμών Μπρούινεν και Γκουαθλό στα ανατολικά (ανατολικά των οποίων ήταν το Ρίβεντελ), και τον Λούν στα δυτικά (δυτικά του οποίου ήταν το Λίντον). Περιλάμβανε επίσης το Μπρι και την περιοχή που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Σάιρ. Ο πληθυσμός της Άρνορ περιλάμβανε τους Ντουνεντάιν στις δυτικές κεντρικές περιοχές και τους μικτούς ή αυτόχθονες πληθυσμούς. Η αρχική πρωτεύουσα ήταν η Αννούμινας κοντά στη λίμνη Νενούιαλ, ενώ το βασίλειο περιλάμβανε πόλεις όπως τις Φόρνοστ, Θάρμπαντ και Λοντ Ντάερ, αλλά και παρατηρητήρια όπως το Άμον Σούλ και το Ελοστίριον.

Ανκάλαγκον

Ο Ancalagon, γνωστός κι ως Ancalagon ο Μαύρος, ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους φτερωτούς Δράκους. Είχε ανατραφεί από τον Morgoth στην Πρώτη Εποχή και ήταν ο μεγαλύτερος και πιο δυνατός Δράκος που υπήρξε ποτέ στη Μέση-Γη. Το όνομα Ancalagon σημαίνει "Γρήγορα Σαγόνια" στη Sindarin.


Αφότου ο Εαρέντιλ έκανε το ταξίδι στο Βάλινορ για να παρακαλέσει τους Βάλαρ να βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον του Μόργκοθ και να σώσουν τα Ξωτικά και τους Εντάιν, ο Στρατός του Βάλινορ πολέμησε τον Μόργκοθ στον Πόλεμο της Οργής και διέλυσε τους στρατούς του. Αντιμετωπίζοντας την τελική ήττα, ο Μόργκοθ εξαπέλυσε το τελευταίο και σπουδαιότερό του όπλο: μια ομάδα φτερωτών Δράκων, με επικεφαλής τον Ανκάλαγκον τον Μαύρο. Οι Δράκοι κατέβηκαν μέσα σε μια θύελλα από βροντές, αστραπές και φωτιά, αναγκάζοντας τις δυνάμεις των Βάλαρ να οπισθοχωρήσουν. Τότε βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον Εαρέντιλ που ήταν στο πλοίο του, το Βίνγκιλοτ, συνοδευόμενος από τους Αετούς του Μάνγουε, με επικεφαλής τον Θορόντορ. Η μάχη στον αέρα κράτησε μια μέρα και μια νύχτα. Πριν από την αυγή, ο Εαρέντιλ σκότωσε τον Ανκάλαγκον και το σώμα του Δράκου έπεσε από τον ουρανό καταστρέφοντας τους πύργους των Θανγκορόντριμ πάνω από την Άνγκμπαντ. Ο θάνατος του Ανκάλαγκον σήμανε τον θάνατο των περισσότερων Δράκων, καθώς και την ήττα του Μόργκοθ.

Χάλεθ

H Haleth η Κυνηγός ήταν η κόρη του Haldad, του αρχηγού των Haladin (ένας από τους τρείς Οίκους των Edain), και η δίδυμη αδελφή του Haldar. Όταν έφτασε η ώρα πήρε τη θέση του πατέρα της κι έγινε η ηγέτης των Haladin. Το όνομα Haleth δεν έχει καμία γνωστή σημασία.


Το 375 της Πρώτης Εποχής, οι Χαλάντιν διέσχισαν τα Γαλάζια Βουνά κι εγκαταστάθηκαν στο Θαργκέλιον, τη γη του Ξωτικού Πρίγκηπα Καράνθιρ, στο Ανατολικό Μπελέριαντ. Αφότου ο πατέρας της κι ο δίδυμος αδελφός της, ο Χάλνταρ, σκοτώθηκαν σε μια επιδρομή των Ορκς, η Χάλεθ έγινε η αρχηγός του Οίκου. Κράτησε τους ανθρώπους της ζωντανούς για επτά ημέρες, έως ότου ο Καράνθιρ κατέφτασε με ενισχύσεις κι έδιωξαν τα Ορκς. Εντυπωσιασμένος ο Καράνθιρ από την γενναιότητά της, έκανε την μεγάλη τιμή στην Χάλεθ να προσφέρει στους ανθρώπους της γη στο βορρά, υπό την προστασία των Έλνταρ. Η ίδια, ωστόσο, από περηφάνια κι από επιθυμία να παραμείνει ανεξάρτητη, απέρριψε τη γενναιόδωρη προσφορά και, συγκεντρώνοντας ό,τι απέμεινε από τον λαό της μετά την πολιορκία των Ορκς, τους οδήγησε στο Έστολαντ.

Θορόντορ

Ο Thorondor, ο Άρχοντας των Αετών στην ηρωική Πρώτη Εποχή, ήταν ο μεγαλύτερος των αετών του Manwë, του Βασιλιά των Valar. Thorondor σημαίνει "Βασιλιάς των Αετών" στη Sindarin, ενώ ονομαζόταν επίσης Sorontar, το οποίο ήταν η μετάφραση το ονόματός του στην Quenya.

 
Ο Θορόντορ στάλθηκε από τον Μάνγουε, τον Βασιλιά των Βάλαρ, για να προσέχει τους Νόλντορ μετά την άφιξή τους στο Μπελέριαντ. Οι Έλνταρ τον συνάντησαν για πρώτη φορά όταν εκείνος βοήθησε τον Φίνγκον να σώσει τον Μαέδρος από την φυλακή των Θανγκορόντριμ,
όπου για ένα διάστημα ο Βασιλιάς των Αετών έμενε στην κορυφή τους. Μετά από αυτό, ο Θορόντορ και οι υπόλοιποι αετοί εγκαταστάθηκαν στα Κρισσαέγκριμ, μέρος των Εκόριαθ γύρω από την Γκοντόλιν. Όταν χτίστηκε η Γκοντόλιν, ο Θορόντορ έγινε ο άγρυπνος φρουρός της πόλης. Έγινε φίλος του Τούργκον, φέρνοντάς του νέα και κρατώντας τους κατασκόπους μακριά από τα Βουνά και τα σύνορα. Όταν η Γκοντόλιν έπεσε, οι Αετοί του Θορόντορ προστάτευσαν τους πρόσφυγες, οδηγώντας μακριά τα Όρκς που τους είχαν στήσει ενέδρα στο Κίριθ Θόροναθ, τη Σχισμή των Αετών, βόρεια της Γκοντόλιν.

Το Περιδέραιο του Γκίριον

Το Περιδέραιο του Girion ήταν ένα κόσμημα αποτελούμενο από πεντακόσια σμαράγδια, 
το οποίο ανήκε αρχικά στον Girion, τον Άρχοντα του Dale.

 
Πριν από την έλευση του Δράκου Νοσφιστή, ο Γκίριον είχε διαπραγματευτεί το περιδέραιο με τους Νάνους του Έρεμπορ, για να πάρει ως αντάλλαγμα ένα θώρακα από καθαρό ασήμι που ήταν τρεις φορές ισχυρότερος από το ατσάλι. Η ανταλλαγή έγινε κι ο θώρακας δόθηκε στον γιο του Γκίριον. Το 2770 της Τρίτης Εποχής, ο Νοσφιστής επιτέθηκε τόσο στο Ντέηλ όσο και στο Βασίλειο Κάτω από το Βουνό, έτσι το περιδέραιο έγινε μέρος του θησαυρού του Νοσφιστή, αφότου κατέλαβε το Έρεμπορ.


Το Αστέρι των Ντουνεντάιν

Το Αστέρι των Dúnedain ήταν μια ασημένια καρφίτσα σε σχήμα πολυάκτινου αστεριού, 
την οποία φορούσαν οι Φύλακες του Βορρά.


Οι Ντουνεντάιν Φύλακες που συνάντησαν τον Άραγκορν στο Ντανχάρροου φορούσαν αυτές τις καρφίτσες στα ρούχα τους, κυρίως για να στερεώσουν τους μανδύες τους στον αριστερό τους ώμο. Χρησίμευσε ως μέρος της ταυτότητάς τους, καθώς ήταν το μοναδικό στολίδι που φορούσαν ποτέ οι Φύλακες στα ταξίδια τους, αλλά και ο μοναδικός τρόπος να τους ξεχωρίσει κανείς, μιας και τα ρούχα τους ήταν απλά. Το Αστέρι θεωρήθηκε επίσης σύμβολο τιμής, και μετά τα γεγονότα του Πολέμου του Δαχτυλιδιού, το 15 της Τέταρτης Εποχής, ο Άραγκορν τίμησε με ένα τέτοιο τον Σαμ Γκάμτζι, τον Δήμαρχο του Σάιρ.

Ο Χάρτης του Θρορ

Ο Χάρτης του Thror ήταν ο χάρτης που χρησιμοποιήθηκε στο The Hobbit από τον εγγονό του Thror, τον Thorin Oakenshield και την Ομάδα των Νάνων. Αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντικός στην προσπάθειά τους να πάρουν πίσω το Erebor, το Μοναχικό Βουνό, από τον Δράκο Smaug.

Ο χάρτης σχεδιάστηκε σε άγνωστο χρόνο από τον Θρορ και τον γιο του, τον Θράιν. Απεικόνιζε το Μοναχικό Βουνό, τον ποταμό που έρεε από αυτό, τα εδάφη που το περιέβαλλαν και τέλος την ύπαρξη μυστικής εισόδου στη δυτική πλευρά του βουνού. Ήταν γραμμένος σε ρουνική γραφή, τα Κιρθ, όπως χρησιμοποιούταν από τους Νάνους του Έρεμπορ. Στα αριστερά, κάτω από το χέρι, έλεγε: "Η πόρτα έχει ύψος ενάμισι μέτρο και στο πλάτος χωράνε τρείς άνθρωποι". Επέζησε της καταστροφής του βασιλείου το 2770 της Τρίτης Εποχής από τον Δράκο Νοσφιστή, και κρατήθηκε από τον Θρορ ως κειμήλιο του λαού του. Το 2790 της Τρίτης Εποχής, όταν ο Θρορ μεγάλωσε και αποφάσισε να ξεκινήσει το ταξίδι του για τα ορυχεία της Μόρια, έδωσε τον χάρτη στον γιο του, τον Θράιν, να τον κρατήσει ασφαλή. Το 2841 της Τρίτης Εποχής, ο Θράιν εγκατέλειψε το σπίτι του στα Γαλάζια Βουνά με μια μικρή ομάδα για να δοκιμάσει την τύχη του με το Xάρτη, σκοπεύοντας να φτάσει στο Μοναχικό Βουνό, παρά την απειλή του Νοσφιστή, αλλά ποτέ δεν έφτασε εκεί. Αντ' αυτού, πιάστηκε αιχμάλωτος από Ορκς του Ντολ Γκούλντουρ και φυλακίστηκε στα μπουντρούμια του από τον Σάουρον, ο οποίος πήρε πίσω το τελευταίο από τα Επτά Δαχτυλίδια της Δύναμης που κατείχε ο Θρορ.

Οροντρούιν (Άμον Άμαρθ)

Το Orodruin, που ονομάζεται και Amon Amarth ή αλλιώς Mount Doom, ήταν ένα ηφαίστειο στη βόρεια Mordor, όπου ο Sauron σφυρηλάτησε το Ένα Δαχτυλίδι. Το αρχικό όνομα Orodruin σημαίνει "Φλεγόμενο Βουνό", ενώ το όνομα Amon Amarth, που σημαίνει "Βουνό του Χαμού" στη Sindarin και χρησιμοποιούταν πιο σπάνια, δόθηκε επειδή το ηφαίστειο συνδέθηκε με αρχαίες, κι ελάχιστα κατανοητές, προφητείες για το τέλος της Τρίτης Εποχής, όταν βρέθηκε και πάλι το Ένα Δαχτυλίδι.

 
Δημιουργημένο από τον Μέλκορ στην Πρώτη Εποχή, το ηφαίστειο βρισκόταν σε μια κενή πεδιάδα, το Οροπέδιο του Γκόργκοροθ. Το όνομα "Μόρντορ", που σημαίνει "Μαύρη Γη" στη Σίνταριν, μπορεί να είχε δοθεί στη γύρω γη εξαιτίας των εκρήξεων του ηφαιστείου, προτού ο Σάουρον εγκατασταθεί εκεί. Όταν ο Σάουρον επέλεξε τη γη της Μόρντορ ως κατοικία του στη Δεύτερη Εποχή, το έκανε λόγω του Οροντρούιν, διότι χρησιμοποιούσε την φωτιά που έβγαινε από την καρδιά της γης για τις μαγείες του και τη σφυρηλάτηση. Το πιο διάσημο έργο του, και για την ακρίβεια το μοναδικό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα, ήταν το Ένα Δαχτυλίδι.